ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τα διλήμματα των κεντρικών τραπεζών για το 2022

Οι προτεραιότητες ΕΚΤ, Fed και Κίνας στη χάραξη νομισματικής πολιτικής

ta-dilimmata-ton-kentrikon-trapezon-gia-to-2022-561656698

Το 2022 η «μεγάλη αποσύνδεση» των οικονομιών που έχει ήδη πλήξει το εμπόριο και άλλους κλάδους θα αφορά τις κεντρικές τράπεζες και την πολιτική τους, καθώς ορισμένες, όπως η Federal Reserve, επιλέγουν να ανακόψουν τον πληθωρισμό, και άλλες, όπως η ΕΚΤ και η Τράπεζα της Κίνας, εξακολουθούν να δίνουν προτεραιότητα στην ανάκαμψη. Οπως σχολιάζει σχετικά ο Τομ Ορλίκ, οικονομολόγος του Bloomberg, «ο κόσμος είναι διχοτομημένος σε διαφορετικές σφαίρες νομισματικής επιρροής, με τις κεντρικές τράπεζες των ασιατικών χωρών να ακολουθούν σαν δορυφόροι τη Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας που αρχίζει να προσφέρει στήριξη στην οικονομία της».

Η πανδημία εξακολουθεί να αποτελεί κίνδυνο για τη ζήτηση σε όλο τον κόσμο, καθώς πρώτα προκάλεσε μια δραματική ύφεση το 2020 και στη συνέχεια έδωσε το εναρκτήριο λάκτισμα για μια εκτόξευση των τιμών, θέτοντας ενώπιον προκλήσεων και διλημμάτων του ιθύνοντες που χαράσσουν νομισματική πολιτική. Για τους κεντρικούς τραπεζίτες αρχίζει ένα έτος που πρέπει να χειριστούν προσεκτικά. Αν βιαστούν να ανακόψουν την άνοδο των τιμών θα καταλήξουν να εμποδίσουν την ανάπτυξη των οικονομιών τους, ιδιαιτέρως αν ο πληθωρισμός τείνει έτσι κι αλλιώς να υποχωρήσει. Αν πάλι καθυστερήσουν υπερβολικά στην προσπάθειά τους να διασφαλίσουν την ανάκαμψη των οικονομιών, ίσως δουν τον πληθωρισμό να βγάζει φτερά και να απαιτεί πολύ πιο δυναμική δράση αργότερα.

Εμφανώς ανήσυχη από τον πληθωρισμό, η αμερικανική Federal Reserve αναμένεται να αυξήσει φέτος τα επιτόκια για πρώτη φορά μετά το 2018, ενώ οι κεντρικές τράπεζες του Καναδά και της Βρετανίας ίσως το κάνουν νωρίτερα. Ο επικεφαλής της Fed, Ζερόμ Πάουελ, αναμένεται να αυξήσει τα επιτόκια τον Μάρτιο, καθώς η υπερδύναμη παρουσιάζει τον υψηλότερο πληθωρισμό των τελευταίων 40 ετών. Η μετάλλαξη «Ομικρον» ενδέχεται, πάντως, να καθυστερήσει την κίνηση. Η Fed έχει ήδη προϊδεάσει την αγορά ότι σχεδιάζει τρεις αυξήσεις επιτοκίων μέσα στο έτος, από 25 μονάδες βάσης στην κάθε μία. Οπως τονίζει, πάντως, η Αννα Βονγκ, οικονομολόγος του Bloomberg, «οι άνθρωποι που θα επιλέξει ο Αμερικανός πρόεδρος για να καλύψουν τις τρεις κενές θέσεις στο Δ.Σ. της Fed ενδέχεται να αλλάξουν τα σχέδια της κεντρικής τράπεζας για το 2022».

Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα αναμένεται ότι θα αρχίσει εντός του έτους να περιορίζει τις αγορές ομολόγων.

Σε ό,τι αφορά την ΕΚΤ, αναμένεται πως θα αρχίσει εντός του 2022 να περιορίζει τις αγορές ομολόγων στο πλαίσιο του έκτακτου προγράμματος κατά της πανδημίας και θα τερματίσει το πρόγραμμα τον Μάρτιο. Αυτό σημαίνει ότι σε πρώτη φάση θα αυξηθούν οι αγορές ομολόγων και η τράπεζα θα κινείται με ευελιξία όταν θα επανεπενδύει το χρέος που λήγει, ώστε να καθησυχάζει τους επενδυτές ότι δεν πρόκειται να επιβληθεί σύντομα πιο περιοριστική πολιτική. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ΕΚΤ, ο πληθωρισμός της Ευρωζώνης θα υποχωρήσει ξανά σε επίπεδα κάτω του στόχου του 2% μέσα στο 2023 και θα παραμείνει σε αυτά τα επίπεδα και το 2024, μολονότι αναμένεται πως η οικονομία θα σημειώνει τότε στιβαρή ανάπτυξη. Η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, έχει τονίσει πως είναι ακόμη «αρκετά απίθανη» μια αύξηση επιτοκίων εντός του έτους, αλλά έχει δηλώσει διατεθειμένη να αλλάξει γνώμη αν διαπιστωθεί ότι οι τιμές καταναλωτή αυξάνονται με υψηλότερο ρυθμό από αυτόν που είχε προβλεφθεί. Σύμφωνα με τον Ντέιβιντ Πάουελ, οικονομολόγο του Bloomberg, «η ΕΚΤ έχει εγκλωβιστεί ανάμεσα σε ένα σοκ πληθωρισμού και στην επιβράδυνση της ανάπτυξης».

Με τον πληθωρισμό στη χώρα να υπολογίζεται στο 6%, οι επενδυτές προβλέπουν ακόμα μία αύξηση των επιτοκίων τον Φεβρουάριο. Η Βρετανία είναι πάντως η μεγαλύτερη από τις οικονομίες που επιλέγουν να ανακόψουν την άνοδο του πληθωρισμού αντί να στηρίξουν την ανάπτυξη και το 2022 αναμένεται να είναι μια χρονιά με μεγάλες εντάσεις τόσο για τους ιθύνοντες που χαράσσουν πολιτική όσο και για τους επενδυτές. Παράγοντες της αγοράς προβλέπουν πως θα αποφασίσει τις πιο ραγδαίες αυξήσεις επιτοκίων των τελευταίων τριών δεκαετιών και φυσικά δεν λείπουν εκείνοι που εξακολουθούν να πιστεύουν πως θα διαπράξει μείζον λάθος.

Συνολικά δεκατρείς κεντρικές τράπεζες είτε έχουν ήδη προχωρήσει σε αύξηση επιτοκίων είτε ετοιμάζονται να το κάνουν. Ανάμεσά τους οι κεντρικές τράπεζες των αναδυόμενων αγορών που ηγήθηκαν της στροφής σε περιοριστική πολιτική στη διάρκεια του περασμένου έτους. Στον αντίποδα βρίσκονται η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η Τράπεζα της Ιαπωνίας, τις οποίες ενδέχεται να βρει το τέλος της χρονιάς εκεί όπου τις βρήκε η αρχή της, με τα επιτόκιά τους σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Οι υπεύθυνοι της νομισματικής πολιτικής προσπαθούν να διασφαλίσουν την ανάπτυξη των οικονομιών τους. Σε ό,τι αφορά την Κίνα, οδεύει προς μείωση του βασικού επιτοκίου της, καθώς οι Αρχές της χώρας προσπαθούν να περιορίσουν την επιβράδυνση της δεύτερης οικονομίας στον κόσμο. Ακόμη και εντός Ασίας, πάντως, υπάρχουν μεγάλες αποκλίσεις, καθώς ο διοικητής της Τράπεζας της Ιαπωνίας, Χαρουχίκο Κουρόντα, διανύει πλέον το τελευταίο έτος στο τιμόνι της τράπεζας και επιμένει πως δεν εξετάζει ακόμη τη στροφή της σε περιοριστική πολιτική. Η Τράπεζα της Ιαπωνίας σχεδιάζει μόνο να μειώσει τις αγορές ομολόγων του δικού της προγράμματος προς τα τέλη Μαρτίου, καθώς κινείται πολύ αργά και προσεκτικά προς την απόσυρση της στήριξης που έδωσε στην οικονομία στη διάρκεια της πανδημίας.