ΑΝΑΛΥΣΗ

Η πολιτική της ΕΚΤ και το πρόβλημα επικοινωνίας

i-politiki-tis-ekt-kai-to-provlima-epikoinonias-561658369

Πρώτη φορά στα χρονικά η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα καλείται να προωθήσει την πολιτική της στους πολίτες. Αντιμέτωποι με την πρόσφατη ραγδαία άνοδο του πληθωρισμού, είναι δύσκολο ακόμα και για τους δημοσιογράφους και πολλούς οικονομολόγους να αντιληφθούν γιατί η ΕΚΤ αυτή τη στιγμή είναι προσκολλημένη στα αρνητικά επιτόκια και στις εκτεταμένες αγορές τίτλων, ακόμα κι αν θα έπρεπε. Παρά το γεγονός πως δεν πρόκειται για εύκολο έργο το να εξηγήσει κανείς αυτή τη φαινομενική αντίφαση, η ΕΚΤ οφείλει να προσπαθήσει να δικαιολογήσει τις πολιτικές της αποφάσεις όσο αποτελεσματικότερα γίνεται. Αλλωστε, στην αναθεώρηση της στρατηγικής της αναγνώρισε ρητώς ότι η επικοινωνία και η μετάδοση των μηνυμάτων της είναι καίρια σημασίας. Οποιοσδήποτε παρακολούθησε την τελευταία συνέντευξη Τύπου της ΕΚΤ στις 16 Δεκεμβρίου, παρά ταύτα, θα δυσκολευόταν να συμπεράνει ότι αυτή η επικοινωνία στέφθηκε με επιτυχία.

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα όφειλε να έχει εξηγήσει γιατί είναι σφάλμα να προβλέπει κανείς ότι οι προσωρινές αυξήσεις τιμών επέχουν θέση υψηλού πληθωρισμού με διάρκεια. Εντούτοις, στην ανακοίνωσή της περί νομισματικής πολιτικής, όπου υποτίθεται θα κατέγραφε «σε ένα αφήγημα τα κίνητρα της πολιτικής της απόφασης», αυτός ο κυρίαρχος φόβος δεν εθίγη καθόλου. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση δημοσιογράφου, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ, θα μπορούσε να δώσει πιο συγκεκριμένα στοιχεία εκτός από το σχόλιο ότι οι εξελίξεις στο πεδίο των μισθών εξετάζονται με πολλή προσοχή. Το θεμελιώδες πρόβλημα επικοινωνίας συνίσταται στο ότι η ΕΚΤ έχει ένα πολύ διαφορετικό «αφήγημα» κατά νουν από τους πολίτες. Και ενώ οι τελευταίοι ανησυχούν μήπως σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα ο δείκτης του πληθωρισμού φθάσει σε υψηλότατα επίπεδα, η επισήμανση της Λαγκάρντ δείχνει σαφώς πως η ΕΚΤ φοβάται μήπως αποδειχθεί πολύ χαμηλός. Αυτή η ανησυχία συμπυκνώνεται κατηγορηματικά στην ανακοίνωση της νομισματικής πολιτικής ότι «οι προοπτικές του πληθωρισμού έχουν αναθεωρηθεί προς τα πάνω, αλλά εξακολουθούμε στον ορίζοντα των προβλέψεών μας να διακρίνουμε πως ο δείκτης θα διαμορφωθεί κάτω από τον στόχο του 2%». Αφ’ ης στιγμής οι ερευνητές της ΕΚΤ προβλέπουν 1,8% το 2023 και το 2024, αυτομάτως εγείρεται το ερώτημα εάν αυτή η μικρή απόκλιση μπορεί να θεωρηθεί μη εκπλήρωση στόχου.  

Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα οφείλει να προσπαθήσει να δικαιολογήσει τις αποφάσεις της όσο αποτελεσματι-κότερα γίνεται.

Η ΕΚΤ θα πρέπει να εξετάσει ενδελεχώς τις δικές της υποθέσεις, όπως τις κατήρτισε το προσωπικό της, αλλά και εκείνες των επιμέρους εθνικών τραπεζών των χωρών-μελών της Ευρωζώνης. Αναφορικά με τις εξελίξεις στο πεδίο των επιτοκίων, θα πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν οι βραχυπρόθεσμες και οι μακροπρόθεσμες προσδοκίες της αγοράς. Οι παράγοντές της, λοιπόν, αναμένουν ότι τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια θα διατηρηθούν αρνητικά έως το 2023, ενώ και τα μακροπρόθεσμα δεν θα αυξηθούν σημαντικά. Εξ ου και οι προβλέψεις του 1,8% για τον δείκτη του πληθωρισμού το 2024 προϋποθέτουν ότι η ΕΚΤ θα διατηρήσει αμετάβλητη την πολύ χαλαρή νομισματική πολιτική της. Μια πρόωρη σκλήρυνση, ως εκ τούτου, θα είχε ως αποτέλεσμα έναν πληθωρισμό αρκετά χαμηλότερο από τον ανωτέρω. Συνεπώς, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν χρειάζεται να προκαλέσει την ελάσσονα απόκλιση μεταξύ 1,8% και 2%. Αντ’ αυτής, τέλος, μπορεί να επιχειρηματολογήσει ότι ένας πολύ χαμηλότερος δείκτης πληθωρισμού με αρνητικές επιπτώσεις στην πραγματική οικονομία θα πρέπει να θεωρείται αναμενόμενος, εάν η νομισματική πολιτική της καταστεί σκληρότερη σε πρώιμη φάση.

* Ο κ. Peter Bofinger είναι καθηγητής Οικονομικών του Πανεπιστημίου Βίρτσμπουργκ και πρώην μέλοςτης Επιτροπής Σοφών της γερμανικής κυβέρνησης. Το άρθρο δημοσιεύθηκε από κοινού στον ιστότοπο www.ips-journal.eu του Ινστιτούτου Φρίντριχ Εμπερτ και στο Social Europe.