Το θερμό μέτωπο Ρωσίας – Ουκρανίας μπορεί να βάλει φωτιά στο αέριο

Το θερμό μέτωπο Ρωσίας – Ουκρανίας μπορεί να βάλει φωτιά στο αέριο

Μια ρωσική στρατιωτική εισβολή στην Ουκρανία θα επηρεάσει αρνητικά την οικονομία της Ευρωζώνης, διαταράσσοντας περαιτέρω την αγορά ενέργειας, επισημαίνουν οι αναλυτές της Citigroup και της Capital Economics.

5' 45" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Μια ρωσική στρατιωτική εισβολή στην Ουκρανία θα επηρεάσει αρνητικά την οικονομία της Ευρωζώνης, διαταράσσοντας περαιτέρω την αγορά ενέργειας, επισημαίνουν οι αναλυτές της Citigroup και της Capital Economics, ωθώντας τον πληθωρισμό υψηλότερα και μειώνοντας τα πραγματικά εισοδήματα των νοικοκυριών. Ωστόσο, οποιαδήποτε οικονομική επίπτωση θα ήταν πιθανώς μικρή και βραχύβια και άλλοι παράγοντες, ιδίως η πορεία της πανδημίας, θα συνεχίσουν να έχουν πολύ μεγαλύτερη επιρροή στην οικονομία.

Ο πιο σημαντικός κίνδυνος κατά την Capital Economics είναι ότι μια σύγκρουση θα ανεβάσει ακόμη περισσότερο τις τιμές της ενέργειας. Οι τιμές του φυσικού αερίου έχουν ήδη αυξηθεί από 75 ευρώ σε 88 ευρώ ανά MWh την περασμένη εβδομάδα και είναι πλέον πέντε φορές πάνω από τη μέση τιμή τους κατά την περίοδο 2016-2020. Σε περίπτωση σύγκρουσης, οι τιμές θα μπορούσαν εύκολα να ανακτήσουν το προηγούμενο υψηλό των 180 ευρώ, λόγω ανησυχιών για τις προμήθειες από τη Ρωσία, ιδίως δεδομένου ότι τα αποθέματα φυσικού αερίου είναι τόσο χαμηλά. Αυτό θα προσθέσει 1,5% στον πληθωρισμό της Ευρωζώνης.

Μια περαιτέρω κλιμάκωση των εντάσεων θα ανέβαζε επίσης τις τιμές του πετρελαίου, δεδομένου ότι η Ρωσία αντιπροσωπεύει το 10% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου, όπως σημειώνει η Capital Economics. Αλλά η αύξηση μπορεί να μη διαρκέσει πολύ: σε αντίθεση με το φυσικό αέριο, οι τιμές του πετρελαίου καθορίζονται σε μια παγκόσμια και όχι σε μεγάλο βαθμό σε μια περιφερειακή αγορά, και η Σαουδική Αραβία έχει τη δυνατότητα να ενισχύσει την προσφορά, εάν το επιθυμεί.

Με τη σειρά τους, οι υψηλότερες τιμές της ενέργειας θα έχουν αρνητικές επιπτώσεις στα εισοδήματα των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων. Ωστόσο, ενώ αυτό θα μπορούσε να επιβραδύνει την οικονομική ανάκαμψη, δεν θα είχε τόσο μεγάλο αντίκτυπο όπως αυτόν που είχε η πανδημία στην απασχόληση και στο επίπεδο των αποταμιεύσεων, εκτιμά ο οίκος, ενώ οι υψηλότερες τιμές ενέργειας θα μπορούσαν επίσης να αναγκάσουν τις κυβερνήσεις να «τρέξουν» μεγαλύτερα ελλείμματα προκειμένου να αποζημιώσουν τα νοικοκυριά για τους υψηλούς λογαριασμούς ενέργειας.

Πιο ευάλωτη η Γερμανία

Σε περίπτωση σύγκρουσης, οι τιμές ενδέχεται να φθάσουν το προηγούμενο υψηλό των 180 ευρώ ανά MWh, από 88 ευρώ που είναι σήμερα.

Είναι κατανοητό, όπως προσθέτει η Capital Economics, ότι οι μειωμένες εξαγωγές φυσικού αερίου από τη Ρωσία θα μπορούσαν να αφήσουν ορισμένες χώρες με έλλειψη ηλεκτρικής ενέργειας. Η πιο ευάλωτη από τις μεγάλες χώρες είναι η Γερμανία. Εχει περιορισμένο περιθώριο να στραφεί σε άλλες πηγές ενέργειας βραχυπρόθεσμα, δεδομένων των αποφάσεών της να παροπλίσει πυρηνικούς σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής και να απομακρυνθεί από τον άνθρακα. Ετσι, σε ένα ακραίο σενάριο, η κυβέρνηση μπορεί να αναγκαστεί να επιβάλει κάποιο σύστημα διανομής ηλεκτρικής ενέργειας «με δελτίο», το οποίο θα μπορούσε να «σπρώξει» την οικονομία σε ύφεση.

Οπως επισημαίνει και η Citi σε δική της ανάλυση, μια βασική εξάρτηση της Ε.Ε. από τη Ρωσία παραμένει η ενέργεια, η οποία μπορεί να λειτουργήσει ως ενισχυτής στην οικονομική αβεβαιότητα. Το 2019 η Ρωσία παρείχε το ένα τέταρτο όλων των εισαγωγών φυσικού αερίου της Ε.Ε., σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat. Η εξάρτηση από τις εξαγωγές φυσικού αερίου της Ρωσίας έχει αυξηθεί μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και παρόλο που η Ε.Ε. αντικατέστησε κάπως το ρωσικό αέριο μετά την κρίση της Κριμαίας, αυτός ο δεσμός δεν διακόπηκε ποτέ. Συνολικά η Ρωσία καλύπτει περισσότερο από το 40% των αναγκών της Ευρώπης σε φυσικό αέριο, σύμφωνα με τους αναλυτές εμπορευμάτων της Citi. Και με χώρες, όπως η Γερμανία, να καταργούν σταδιακά την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας με βάση τον άνθρακα και να αντιτίθενται ταυτόχρονα στην πυρηνική ενέργεια, το φυσικό αέριο ως εγγυητής της παροχής ηλεκτρικής ενέργειας εν μέσω ασταθών ανανεώσιμων πηγών ενέργειας θα πρέπει να παραμείνει καθοριστικός για πολλά χρόνια.

Στην πράξη, ωστόσο, η Capital Economics αμφιβάλλει ότι ο εφοδιασμός φυσικού αερίου της Ρωσίας στη Δυτική Ευρώπη θα σταματήσει εντελώς. Η Ρωσία ποτέ δεν διέκοψε πλήρως τους ενεργειακούς δεσμούς της με την Ευρώπη, ακόμη και κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου ή της κρίσης της Κριμαίας το 2014. Επίσης, η Γερμανία θα είναι απρόθυμη να επιβάλει κυρώσεις που περιλαμβάνουν διακοπή της παροχής ρωσικού φυσικού αερίου.

Οποιαδήποτε μείωση στις εξαγωγές της Ευρωζώνης προς τη Ρωσία και την Ουκρανία θα ήταν επίσης μικρή. Οι εμπορικές κυρώσεις κατά της Ρωσίας από τις ΗΠΑ ή η απαγόρευση της χρήσης του συστήματος πληρωμών SWIFT από τη Ρωσία θα μπορούσαν σίγουρα να πλήξουν τις ευρωπαϊκές εξαγωγές. Αλλά σε συνολικό επίπεδο η οικονομική ζημία θα ήταν ελάχιστη, επειδή η Ρωσία και η Ουκρανία μαζί αντιπροσωπεύουν ένα ασήμαντο μερίδιο των εξαγωγών της Ευρωζώνης. Συνεπώς, το «χτύπημα» θα είναι πολύ μεγαλύτερο για ορισμένες χώρες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων, όπως η Κύπρος, με διασυνδέσεις στον τραπεζικό τομέα.

Οπως επισημαίνει και η Citi, η Ρωσία δεν είναι ένας αναπτυσσόμενος εμπορικός εταίρος της Ε.Ε., αλλά μάλλον ένας συρρικνούμενος. Τόσο οι εξαγωγές όσο και οι εισαγωγές της Ε.Ε. στη Ρωσία εξακολουθούν να είναι 24% χαμηλότερες από το 2013, πριν από την προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία. Οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν τότε και παρατάθηκαν έκτοτε μπορεί να διαδραματίσουν κάποιο ρόλο, αλλά πιθανώς έμμεσα, δεδομένου ότι και οι δύο πλευρές στόχευαν περιορισμούς σε συγκεκριμένα πρόσωπα, εταιρείες και περιοχές.

Οι εξαγωγές της Ε.Ε. στη Ρωσία αντιπροσωπεύουν μόνο το 0,7% του ΑΕΠ της Ε.Ε., επομένως ακόμη και μια πτώση του ρωσικού ΑΕΠ κατά 40% θα αφαιρούσε μόνο 0,3% από το ΑΕΠ της Ε.Ε. (και πιθανότατα αντισταθμίζεται από μια ισοδύναμη πτώση των εισαγωγών). Ο πιθανός αντίκτυπος μπορεί να διαφέρει μεταξύ των κρατών-μελών της Ε.Ε., αλλά για τις περισσότερες χώρες η Ρωσία είναι ακόμη λιγότερο σημαντική από τον μέσο όρο της Ε.Ε. (οι εξαγωγές της Ισπανίας και της Γαλλίας αντιπροσωπεύουν το 0,2% του ΑΕΠ, της Ιταλίας το 0,4% και της Γερμανίας το 0,7%). Εκεί που η Ρωσία είναι πιο σημαντική είναι στη Βαλτική και στην Ανατολική Ευρώπη λόγω των ιστορικών δεσμών και της γεωγραφικής εγγύτητας.

Δύσκολη η… τιμωρία

Είναι πάντα λιγότερο άνετο να πρέπει να τιμωρήσεις τον γείτονά σου απ’ ό,τι έναν αντίπαλο που βρίσκεται στην άλλη άκρη του κόσμου, και στο παιγνίδι αυτό η Ευρώπη έχει περισσότερα να χάσει απ’ ό,τι ο Αμερικανός σύμμαχός της εναντίον της Ρωσίας στην υπόθεση της Ουκρανίας. «Είναι προφανές ότι η Ευρώπη είναι εκτεθειμένη πολύ περισσότερο από τις ΗΠΑ, επειδή η γεωγραφική εγγύτητα συμβαδίζει με στενούς οικονομικούς δεσμούς και δεσμούς ασφαλείας», σχολιάζει στο Γαλλικό Πρακτορείο ο Γκούντραμ Βολφ, διευθυντής του Ινστιτούτου Bruegel των Βρυξελλών. Παρά την επιβολή ευρωπαϊκών κυρώσεων μετά την προσάρτηση της Κριμαίας το 2014, η Μόσχα παραμένει η πέμπτη αγορά εξαγωγών για την Ε.Ε., με 81,5 δισ. ευρώ από τον Ιανουάριο έως τον Νοέμβριο 2021. Είναι επίσης ο τρίτος μεγαλύτερος προμηθευτής της ηπείρου πίσω από την Κίνα και τις ΗΠΑ, σύμφωνα με τη Eurostat. «Αυτή η εμπορική σχέση μετράει για εμάς», παραδέχθηκε η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν στις 20 Ιανουαρίου, στη διάρκεια του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ του Νταβός, σ’ ένα πλαίσιο κλιμάκωσης των εντάσεων ανάμεσα στη Δύση και στη Ρωσία και τη στιγμή που η Μόσχα είχε αρχίσει στρατιωτικά γυμνάσια στις πύλες της Ουκρανίας. Η κ. Φον ντερ Λάιεν πρόσθεσε πάντως ότι αυτή η σχέση «μετράει ακόμη περισσότερο για τη Ρωσία», διευκρινίζοντας πως η Ε.Ε. είναι ο πρώτος εταίρος και ο πρώτος επενδυτής της χώρας.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT