Άρθρο του Γ. Στούμπου: Η επόμενη ημέρα και το σύνδρομο της Μέδουσας

Άρθρο του Γ. Στούμπου: Η επόμενη ημέρα και το σύνδρομο της Μέδουσας

Η Ελλάδα ξεκινάει ένα νέο κύκλο τετραετούς κυβερνητικής περιόδου μέσα σε ένα σύμπλεγμα ευκαιριών, προοπτικών, αλλά και προβλημάτων

6' 33" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Την μέρα των εκλογών τελειώνουν οι υποσχέσεις, μένουν μόνο τα προβλήματα. Το πρωί της επομένης υπάρχουν δύο επιλογές. Οπως έχει συμβεί πολλές φορές στο παρελθόν, οι κυβερνήσεις καταβάλλονται από το σύνδρομο της Μέδουσας, «πετρώνουν» μπροστά στο μέγεθος των προβλημάτων, αδρανοποιούνται και γίνονται άτολμοι διαχειριστές των παθογενειών του συστήματος. Παγώνουν βλέποντας το πρόσωπο των συνδικαλιστικών αντιδράσεων, του πολιτικού κόστους, και ολιγωρούν απολαμβάνοντας την καθεστωτική τους αυταρέσκεια. Η άλλη επιλογή, βέβαια, είναι να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα και να επιχειρήσουν με τόλμη και αποφασιστικότητα να τα λύσουν. Η συγκυρία ευνοεί τους τολμηρούς. Η Ελλάδα ξεκινάει ένα νέο κύκλο τετραετούς κυβερνητικής περιόδου μέσα σε ένα σύμπλεγμα ευκαιριών, προοπτικών, αλλά και προβλημάτων.

Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας έχει δηλώσει επανειλημμένως το τελευταίο διάστημα ότι επιβάλλεται «Να υπάρξει συνετή οικονομική πολιτική στον δημοσιονομικό τομέα, να προχωρήσουμε δηλαδή σε αποφάσεις ώστε να φτάσουμε σε πρωτογενές πλεόνασμα που εξασφαλίζει επενδυτική βαθμίδα. Να κάνουμε τις μεταρρυθμίσεις εκείνες που απαιτούνται και για τις οποίες έχουμε δεσμευτεί όσον αφορά τις εκταμιεύσεις του Ταμείου Ανάκαμψης, για να αυξήσουμε έτσι τον δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης». Αυτό απαιτεί μια σειρά διορθωτικών αλλαγών, όπως ο κεντρικός τραπεζίτης επισημαίνει, που περιλαμβάνουν τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, του εμπορικού ισοζυγίου και του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, καθώς και την αύξηση τόσο των αποταμιεύσεων όσο και των επενδύσεων. Οσον αφορά τις επενδύσεις ως κύριο μοχλό ανάπτυξης, δημιουργίας εισοδημάτων και παραγωγής πλούτου, η χώρα μας υπολείπεται σήμερα κατά 8 μονάδες του μέσου όρου της Ευρωζώνης (14% του ΑΕΠ, έναντι 22%). Το γκρίζο των προβλέψεων δεν σταματάει εδώ. Ολες αυτές οι βελτιώσεις πρέπει να ολοκληρωθούν υπό συνθήκες ετήσιου πρωτογενούς πλεονάσματος 2% του ΑΕΠ, ως μέσου διασφάλισης της μακροχρόνιας βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους και της επίτευξης ετήσιου ρυθμού ανάπτυξης τουλάχιστον 3%. Ολα τα παραπάνω είναι εφικτά, αλλά και σίγουρα δύσκολα στην υλοποίησή τους.

Ο κεντρικός τραπεζίτης, όμως, πέρα από τη δημοσιονομική ορθοδοξία που συνιστά, θέτει τον δάκτυλον εις τον τύπον των ήλων. Δύο εβδομάδες πριν από τις εκλογές επισημαίνει ότι η απόκρυψη εισοδημάτων έφτασε πέρυσι τα 60 δισ. ευρώ (140 δισ. ευρώ κατανάλωση μείον 80 δισ. ευρώ δηλωμένα εισοδήματα). «Σήμερα φόρους πληρώνουν μόνον οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι», είπε. Οι όποιες προτεινόμενες λύσεις, όπως η ηλεκτρονική διασύνδεση των ταμειακών μηχανών με τα POS και την ΑΑΔΕ και η καθιέρωση ηλεκτρονικών τιμολογίων, αντιμετωπίζουν το πρόβλημα μόνο μερικώς και μόνο στο επίπεδο των εμπορικών συναλλαγών. Η πιο μεγάλη μάστιγα είναι η παροχή οποιασδήποτε μορφής υπηρεσιών, οι οποίες ούτε καταγράφονται και προφανώς ούτε δηλώνονται. Λύσεις υπάρχουν, και είναι αυτές που έχουν υλοποιηθεί σε ανεπτυγμένες οικονομίες, στις οποίες όλα τα επαγγέλματα ασκούνται ελεύθερα. Ασκούνται ελεύθερα αλλά όχι σε «κενό» ελέγχου και εποπτείας. Οι πρακτικές σε χώρες όπως η Αμερική, ο Καναδάς, η Γερμανία, η Δανία, προσφέρουν όχι μόνο λύσεις, αλλά και διάφορες επιλογές. Πρώτο βήμα της νέας κυβέρνησης είναι να απαλλαγεί από το διαχρονικό «πάγωμα» των ελληνικών κυβερνήσεων και να αποφασίσει έμπρακτα να δράσει στο όνομα της δίκαιης κατανομής βαρών και της φορολογικής δικαιοσύνης.

Οσον αφορά τις προοπτικές οικονομικής ανάπτυξης, δεν πρέπει να συγχέουμε τις προϋποθέσεις για ανάπτυξη με την ίδια την ανάπτυξη. Η βελτίωση της δημόσιας διοίκησης και των υποδομών, ο ψηφιακός μετασχηματισμός, ακόμη και η βελτίωση των συστημάτων δημόσιας υγείας και παιδείας, είναι προϋποθέσεις που οδηγούν στον προθάλαμο της ανάπτυξης, οι οποίες, ειρήσθω εν παρόδω, συγκαταλέγονται στους δείκτες ανταγωνιστικότητας μιας οικονομίας, και μας κατατάσσουν κάτω από τον μέσο όρο των χωρών της Ε.Ε., παρότι είμαστε πλήρες μέλος της από το 1981. Πολλές κυβερνήσεις στο παρελθόν ευαγγελίστηκαν δραστικές αλλαγές και εκσυγχρονισμό, αλλά εύκολα υποχώρησαν μπροστά στα οργανωμένα συμφέροντα και τις κοινωνικές αντιδράσεις. Αυτές οι διαχρονικές παθογένειες δεν επέτρεψαν ποτέ να τεθεί στη χώρα μας το ερώτημα τι είδους ανάπτυξη επιδιώκουμε, τι είναι εφικτό και τι υλοποιήσιμο.

Οι απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά δίνονται επί δεκαετίες όχι από τις κυβερνήσεις, αλλά από τη γεωγραφία και την… παράδοση. Ο τουρισμός, κατά κύριο λόγο, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και η ναυτιλία υπήρξαν οι εισοδηματικές πηγές –αλλά όχι οι αναπτυξιακές– της ελληνικής οικονομίας. Η εδραίωσή τους απέφερε ένα ικανοποιητικό ετήσιο εισόδημα στα ελληνικά νοικοκυριά, αλλά στη διάρκεια του χρόνου αφαίμαξε την οικονομία μας από κάθε παραγωγική δραστηριότητα. Η συμβολή της βιομηχανίας στο ετήσιο ΑΕΠ έχει συρρικνωθεί στο 15%, οι υπηρεσίες έχουν φθάσει στο 68%, ενώ ο αγροτικός τομέας συνεισφέρει 3,8%. Ο μέσος όρος για τους τρεις αυτούς δείκτες στην Ευρωπαϊκή Ενωση είναι 24%, 65% και 1,5% αντίστοιχα.

Αξίζει επίσης να επισημάνουμε, για ευνόητους λόγους, ότι τα αντίστοιχα ποσοστά για την Τουρκία είναι 31%, 52% και 5,5%. Πιο χαρακτηριστική είναι η κατάσταση στη μεταποίηση. Στις ανεπτυγμένες οικονομίες της Ε.Ε. το ποσοστό του εργατικού δυναμικού στον τομέα της μεταποίησης κυμαίνεται στο 14%. Στην Ελλάδα το ποσοστό αυτό βαίνει μειούμενο, από 14% το 2000 και 8,2% το 2020. Ενδεικτικά, να αναφέρουμε ότι στην Πορτογαλία, που δέχτηκε την ίδια επέλαση των κινεζικών προϊόντων και βρίσκεται στο ίδιο τεχνολογικό επίπεδο με την Ελλάδα, το 20% του εργατικού της δυναμικού απασχολείται στη μεταποίηση.

Τα παραπάνω στοιχεία αναδεικνύουν μια νέα αναπτυξιακή επιλογή για τη χώρα μας. Αυτό που απαιτείται είναι μικρά βήματα με σαφή προσανατολισμό. Ο μεγαλοϊδεατισμός στην οικονομία δεν αποδίδει. Οι ώριμες τεχνολογικά και βιομηχανικά οικονομίες έχουν παράδοση δεκαετιών πίσω τους σε επενδύσεις, σε έρευνα, σε ανάπτυξη τεχνολογιών. Εχουν επίσης δημιουργήσει μια οργανική σχέση μεταξύ εξειδικευμένου εργατικού προσωπικού και παραγωγής.

Η Ελλάδα, όπως η Εκθεση Πισσαρίδη (Σεπτ. 2020) τόσο λεπτομερώς περιγράφει, πρέπει να εφαρμόσει με μεθοδικότητα και σχέδιο μια αναπτυξιακή πολιτική η οποία στόχο θα έχει να ενεργοποιήσει όλους τους παραγωγικούς συντελεστές, αποσκοπώντας στη διεύρυνση της παραγωγικής βάσης και στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας των προϊόντων και υπηρεσιών που παράγει, και της παραγωγικότητας της εργασίας. Πρέπει να δοθεί το έναυσμα για τη σταδιακή μετάβαση από την εμπορική – μεταπρατική δραστηριότητα της οικονομίας σε παραγωγικές μονάδες μεσαίου μεγέθους. Το μεγάλο ζητούμενο είναι ο διεθνής προσανατολισμός της οικονομικής δραστηριότητας, που προϋποθέτει σταθερά αυξητική τάση νέων επενδύσεων (δημόσιων και ιδιωτικών), κάτι που εγγυάται αύξηση της απασχόλησης και υψηλότερα εισοδήματα. Ενα φιλόδοξο και υποθετικό σενάριο που θέτει η έκθεση είναι η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 3,5% κατά μέσον όρο για την επόμενη δεκαετία. Αν αυτό συνδυαστεί με αύξηση της απασχόλησης κατά 1% και της παραγωγικότητας κατά 2,5% ετησίως, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε ισοτιμίες αγοραστικής δύναμης αναμένεται να ανέλθει πάνω από 80% της Ε.Ε., ενώ τώρα κυμαίνεται κάτω από 70%.

Ιδού ποιες πρέπει να είναι, πρακτικά, οι αναπτυξιακές επιλογές για τη χώρα μας: α) κωδικοποίηση και απλοποίηση της νομοθεσίας που διέπει τη νέα επιχειρηματική δραστηριότητα, ιδιαίτερα τη μεταποιητική και εξωστρεφή, β) παροχή κινήτρων για αύξηση της παραγωγικότητας, την ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών και την ανάπτυξη καινοτόμων προϊόντων, γ) κίνητρα για την αύξηση της αποταμίευσης και κατ’ επέκταση της εσωτερικής κεφαλαιαγοράς, δ) διασύνδεση των μεταποιητικών μονάδων με βιομηχανικές μονάδες ή εμπορικές αλυσίδες, ντόπιες ή ξένες, που θα τους προσδώσουν βιωσιμότητα και διάρκεια, ε) αναδιάταξη των προγραμμάτων απασχόλησης με προοπτική δημιουργίας μόνιμων θέσεων εργασίας και όχι εποχικής απασχόλησης. (Η Ελλάδα υπολείπεται στη συμμετοχή στην αγορά εργασίας των νέων κατά 20% και των γυναικών κατά 7% συγκριτικά με τον μέσο όρο των άλλων μικρών οικονομιών της Ε.Ε.)

Αξίζει να επισημάνουμε εδώ ότι αυτό απαιτεί μια τριπλή ηράκλεια προσπάθεια. Επιπροσθέτως, με τις επενδυτικές δαπάνες για ανάπτυξη, απαιτείται και η εξεύρεση πόρων για τη βελτίωση των υποδομών που αναφέραμε παραπάνω, και τον εκσυγχρονισμό του κοινωνικού κράτους και των παρεχόμενων υπηρεσιών. Δεν πρέπει, επίσης, να υποτιμάται η ανάγκη για εξορθολογισμό των δαπανών, που συχνά οι κυβερνήσεις επικαλούνται αλλά αδυνατούν να εφαρμόσουν, πραγματοποιώντας ανώφελες σπατάλες λόγω άκριτης διεύρυνσης κριτηρίων και έλλειψης μηχανισμών ελέγχου. Ο καταμερισμός των δαπανών δεν πρέπει να έχει ως κριτήριο την κομματική πλειοδοσία, αλλά την εξυπηρέτηση των μεσο-μακροπρόθεσμων αναπτυξιακών αναγκών της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας. Οπως επανειλημμένως έχουμε τονίσει, ο πλούτος πρέπει πρώτα να παραχθεί και μετά να διανεμηθεί δίκαια και αναλογικά στους συντελεστές παραγωγής και να χρησιμοποιηθεί για τη χρηματοδότηση των κοινωνικών δομών που χαρακτηρίζουν τις σύγχρονες κοινωνίες. Οπως έχει πει ο Τζον Μέιναρντ Κέινς, «Η δυσκολία δεν έγκειται τόσο στην ανάπτυξη νέων ιδεών όσο στην απόδραση από τις παλιές».

Ο κ. Γιώργος Στούμπος διετέλεσε καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και στέλεχος της Τράπεζας της Ελλάδος.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT