Δουλεύουν ακόμα και πάνω από 200 μέρες τον χρόνο για το κράτος

Δουλεύουν ακόμα και πάνω από 200 μέρες τον χρόνο για το κράτος

Πόσες ημέρες εργαζόμαστε για να πληρώσουμε φόρους και εισφορές

δουλεύουν-ακόμα-και-πάνω-από-200-μέρες-το-562488388

Το συμπέρασμα της πρόσφατης έρευνας του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών ότι ο Ελληνας πολίτης πρέπει να δουλεύει 172 ημέρες για να καλύψει τις υποχρεώσεις του απέναντι στο κράτος δεν ισχύει για όλους. Διότι υπάρχουν φορολογούμενοι που θα χρειαστεί να απασχοληθούν πάνω από 200 ημέρες για να πληρώσουν φόρο εισοδήματος, ασφαλιστικές εισφορές, ΕΝΦΙΑ, ΦΠΑ και ειδικούς φόρους κατανάλωσης, και άλλοι οι οποίοι αφενός θα περιοριστούν στις 120 ημέρες (ή και λιγότερο) και αφετέρου θα «αποζημιωθούν» γι’ αυτό μέσω των διαφόρων τύπων επιδομάτων που διατίθενται κάθε χρόνο μέσω του κρατικού προϋπολογισμού.

Το ποσοστό του ετήσιου εισοδήματος που τελικώς επιστρέφει στο κράτος, είναι συνάρτηση πολλών παραγόντων οι κυριότεροι εκ των οποίων είναι το ύψος του εισοδήματος, τα περιουσιακά στοιχεία του καθενός αλλά και ο όγκος της κατανάλωσης. Το δεδομένο είναι ότι ο αριθμός των φορολογουμένων που χρειάζεται να απασχοληθεί τέσσερις μήνες τον χρόνο για να καλύψει υποχρεώσεις που συνδέονται με το Δημόσιο, είναι πολλαπλάσιος σε σχέση με τον αριθμό αυτών που πρέπει να διαθέσουν περισσότερη από τη μισή χρονιά.

Το συμπέρασμα της μέσης απασχόλησης των 172 ημερών εργασίας, στο οποίο κατέληξε το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ), προκύπτει από τη διαίρεση του συνολικού ύψους των εσόδων του κράτους από φόρους και ασφαλιστικές εισφορές (περίπου 88 δισ. ευρώ) με το καθαρό εισόδημα της χώρας που πλέον ξεπερνάει τα 185 δισ. ευρώ. Είναι στην πραγματικότητα ένας μέσος όρος.

Η περαιτέρω ανάλυση με στόχο να καταγραφούν οι ανισότητες προϋποθέτει την κατανομή των νοικοκυριών με βάση το εισόδημά τους, τον υπολογισμό των ποσών που αντιστοιχούν για φόρους και ασφαλιστικές εισφορές, την εκτίμηση των μηνιαίων δαπανών για την κάλυψη των βασικών αναγκών αλλά και τη συμπλήρωση του «λογαριασμού» με άλλες βασικές υποχρεώσεις όπως είναι ο φόρος κατοχής ακινήτων (η ιδιοκτησία στην Ελλάδα αφορά πάνω από έξι εκατομμύρια πολίτες) ή ο φόρος που επιβάλλεται για τις μετακινήσεις με αυτοκίνητο (τέλη κυκλοφορίας, ειδικός φόρος κατανάλωσης στα καύσιμα κ.λπ.).

Την προσέγγιση βοηθά η έρευνα οικογενειακών προϋπολογισμών της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής. Σε αυτήν αποτυπώνονται ξεκάθαρα οι μεγάλες εισοδηματικές ανισότητες. Διότι εντοπίζονται 480.000 νοικοκυριά με μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα έως 750 ευρώ, επιπλέον 600.000 οικογένειες που δεν ξεπερνούν τα 1.100 ευρώ τον μήνα, περίπου 1,75 εκατομμύρια νοικοκυριά που διαβιούν με μέσες αποδοχές της τάξεως των 1.450 έως 2.200 ευρώ και άλλα περίπου 900.000 νοικοκυριά που φτάνουν από 2.800 έως και 3.500 ευρώ τον μήνα. Οσο για τα νοικοκυριά με το μεγαλύτερο εισόδημα (αυτά που σπάνε το φράγμα των 3.500 ευρώ) εκτιμώνται σε λιγότερα από 350.000 και αντιστοιχούν σε λιγότερο από το 8% του συνόλου.

Είναι προφανές ότι η μικρότερη αναλογία φόρων και εισφορών ως προς το εισόδημα εντοπίζεται στους έχοντες τα χαμηλότερα εισοδήματα, οι οποίοι βέβαια επιβαρύνονται σχεδόν εξ ολοκλήρου από έμμεσους φόρους και ασφαλιστικές εισφορές.

Ο φόρος εισοδήματος είναι ουσιαστικά μηδενικός. Ετσι, σε εισόδημα 750 ευρώ τον μήνα, η συνολική φορολογική επιβάρυνση αντιστοιχεί στο 34% του εισοδήματος ακόμη και αν συνυπολογιστεί ιδιοκτησία ακινήτου άρα και ΕΝΦΙΑ. Αυτό το ποσοστό βέβαια δεν περιλαμβάνει τις… επιστροφές που έχουν οι φορολογούμενοι με τα χαμηλότερα εισοδήματα από το κράτος. Στα 750 ευρώ, το σύνολο των καταβολών στο Δημόσιο μπορεί να φτάνει στα 255 ευρώ. Ομως, μεγάλο μέρος αυτού του ποσού επιστρέφει μέσω επιδομάτων θέρμανσης, οικογενειακών επιδομάτων, εκπτώσεων στον ΕΝΦΙΑ κ.λπ.

Η ανάλυση δείχνει ότι όσο ανεβαίνει το εισόδημα, τόσο μεγαλώνει και το συνολικό ποσοστό των κρατήσεων.

Στα μεσαία εισοδήματα με τις μηνιαίες αποδοχές των 1.450 ευρώ έως και 2.200 ευρώ, τα ποσοστά διαμορφώνονται από 40% έως 44%, ενώ από τις 3.500 ευρώ και άνω, το ποσοστό ξεπερνάει το 50%. Ειδικά για τους έχοντες ετήσιες αποδοχές άνω των 40.000 ευρώ τον χρόνο, το κίνητρο για φοροδιαφυγή είναι πολύ ισχυρό δεδομένου ότι ακόμη και σήμερα, ο ανώτατος συντελεστής της κλίμακας παραμένει στο 44%. Η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών και η κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης βελτίωσαν την κατάσταση (πριν από αυτά τα μέτρα ο συντελεστής έφτανε και στο 70%), ωστόσο τα ποσοστά παραμένουν πολύ υψηλά.

Ενα νοικοκυριό που στηρίζεται σε έναν εργαζόμενο με μηνιαίες μεικτές αποδοχές της τάξεως των 4.500 ευρώ (είναι περίπου 2.750 ευρώ καθαρά), καταλήγει να καταβάλλει στο κράτος τα εξής:

1. 624 ευρώ τον μήνα για ασφαλιστικές εισφορές.

2. 1.127 ευρώ τον μήνα για φόρο εισοδήματος, ο οποίος παρακρατείται κάθε μήνα στην πηγή.

3. Περίπου 500 ευρώ τον μήνα για ΦΠΑ που αντιστοιχεί στις μηνιαίες συναλλαγές συνολικού ύψους περίπου 2.300 ευρώ.

4. Περίπου 80-100 ευρώ τον μήνα για ΕΝΦΙΑ αν υπάρχει μια ακίνητη περιουσία που να αντιστοιχεί στο 10πλάσιο του ετήσιου εισοδήματος.

5. Περίπου 100 ευρώ τον μήνα για τους φόρους που αντιστοιχούν στη μετακίνηση με το αυτοκίνητο. Ενα μέσο αυτοκίνητο καταναλώνει περίπου 1.200 λίτρα για να διανύσει 15.000 χιλιόμετρα τον χρόνο. Σε κάθε λίτρο αντιστοιχεί ένα ευρώ φόρου, οπότε τα 100 ευρώ μηνιαίως είναι μια φορολογική επιβάρυνση που δεν περιλαμβάνει καν άλλες χρεώσεις όπως για παράδειγμα τα τέλη κυκλοφορίας.

Αν αθροιστούν αυτές οι πέντε διαφορετικές πηγές «επαφής» του πολίτη με το κράτος, τότε προκύπτει ένα ποσό της τάξεως των 2.450 ευρώ που αντιστοιχεί στο 55% του μεικτού μισθού.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή