Πληρώσαμε περισσότερα για λιγότερα αγαθά

Πληρώσαμε περισσότερα για λιγότερα αγαθά

Το 2022 η κατανάλωση βασικών αγαθών μειώθηκε, αλλά η μέση ετήσια δαπάνη των νοικοκυριών αυξήθηκε κατά 12,7%

πληρώσαμε-περισσότερα-για-λιγότερα-α-562643380

Ξόδεψαν περισσότερα για να αγοράσουν λιγότερα –τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τα βασικά είδη διατροφής και την ενέργεια– τα ελληνικά νοικοκυριά το 2022, με τον πληθωρισμό να «τινάζει στον αέρα» τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της Ερευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών για το έτος 2022, που ανακοίνωσε χθες η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ), αν και τα νοικοκυριά στην Ελλάδα έδωσαν το 2022 7,9% περισσότερα χρήματα για γάλα, 3,8% περισσότερα χρήματα για λάδι, 9,2% για ψωμί, οι ποσότητες που κατανάλωσαν ήταν λιγότερες σε σύγκριση με το 2021 κατά 5,5%, κατά 10,8% και κατά 1,5% αντιστοίχως, με τον σχετικό κατάλογο να μην εξαντλείται στα τρία παραπάνω είδη.

Με την τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος να φτάνει σε δυσθεώρητα ύψη, ακόμη και μετά τις κρατικές επιδοτήσεις, δεν είναι τυχαίο που τα νοικοκυριά κατανάλωσαν 3,7% περισσότερες ποσότητες το 2022 σε καυσόξυλα και πέλετ, μειώνοντας την ίδια ώρα κατά 11,5% την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας. Η εκτίναξη των τιμών στα ύψη σε τρόφιμα και ενέργεια διεύρυνε στην πραγματικότητα τις ανισότητες μεταξύ των φτωχότερων και των πλουσιότερων νοικοκυριών.

Την ίδια ώρα, επιβεβαιώνεται η ένταση και οι βαθιές επιπτώσεις της εσωτερικής υποτίμησης στη διάρκεια της δεκαετούς οικονομικής κρίσης, με συνέπεια ακόμη και στο έντονα πληθωριστικό 2022 η μέση μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών στην Ελλάδα να παραμένει σημαντικά χαμηλότερη από αυτή του 2008, περίπου κατά 25% ή κατά 520 ευρώ.

Σύμφωνα, λοιπόν, με όσα ανακοίνωσε χθες η ΕΛΣΤΑΤ η μέση ετήσια δαπάνη των νοικοκυριών για αγορές ανήλθε στα 19.204,08 ευρώ το 2022 (ή 1.600,34 ευρώ/μήνα), αυξημένη σε τρέχουσες τιμές κατά 12,7% σε σχέση με το 2021.

Σε σταθερές τιμές, ωστόσο, η μέση ετήσια δαπάνη των νοικοκυριών ήταν το 2022 αυξημένη πολύ λιγότερο σε σύγκριση με το 2021, κατά 4,6%, κάτι που δείχνει τη σημαντική επίδραση του πληθωρισμού. Το 20,9% του μέσου προϋπολογισμού των νοικοκυριών κατευθύνθηκε στα είδη διατροφής το 2022, έναντι 22% το 2021, κάτι που σχετίζεται περισσότερο με το γεγονός ότι για αρκετούς μήνες το 2021 υπήρχαν αυστηρά περιοριστικά μέτρα (π.χ. κλειστή εστίαση) λόγω COVID-19.

Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι το 2022 κατευθύνθηκε σε εστιατόρια, καφενεία και ξενοδοχεία το 10,3% των μηνιαίων δαπανών του μέσου προϋπολογισμού, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό το 2021 ήταν 8,9%. Η κατηγορία αυτή, άλλωστε, εμφανίζει και τη μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση των δαπανών των νοικοκυριών το 2022 σε σύγκριση με το 2021, αύξηση που φτάνει σχεδόν το 31%.

Σε ό,τι αφορά ειδικά τα τρόφιμα, σε τρέχουσες τιμές παρατηρείται αύξηση της μέσης μηνιαίας δαπάνης στα παρακάτω είδη: 11,1% για κρέας, 10% για λαχανικά, 9,2% για αλεύρι, ψωμί και δημητριακά, 7,9% για γαλακτοκομικά και αυγά, 9,9% για λοιπά είδη διατροφής, 3,8% για έλαια και λίπη, 2,5% για μεταλλικά νερά, αναψυκτικά και χυμούς, 1,8% για ψάρια, 1,3% για φρούτα.

Η μεγάλη αύξηση του πληθωρισμού διεύρυνε το χάσμα μεταξύ πλουσιότερων και φτωχότερων.

Η αύξηση της μέσης μηνιαίας δαπάνης για τα παραπάνω είδη δεν οφείλεται στο ότι καταναλώσαμε περισσότερα από αυτά. Κάθε άλλο. Από τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ προκύπτει ότι η μέση μηνιαία κατανάλωση σε ποσότητες υποχώρησε το 2022 σε σύγκριση με το 2021 κατά 10,8% στο ελαιόλαδο, κατά 7% στο γιαούρτι, κατά 5,5% στο γάλα, κατά 4,2% στα φρούτα, κατά 2,2% στο κρέας, κατά 2% στο τυρί, κατά 1,5% στο ψωμί και είδη αρτοποιίας, κατά 1,3% στα ζυμαρικά, κατά 1,3% στα λαχανικά και κατά 1,1% στο ρύζι.

Αν και τα ψάρια ήταν από τα είδη που δεν ακρίβυναν τόσο μέσα στο 2022, οι καταναλωτές μάλλον τα θεώρησαν μικρή πολυτέλεια, με συνέπεια να μειωθεί η κατανάλωσή τους κατά 6,7%.

Οι ανατιμήσεις σε σειρά προϊόντων και υπηρεσιών, χωρίς αντίστοιχη αύξηση των μισθών, διεύρυναν το χάσμα ανάμεσα σε φτωχούς και πλούσιους. Ετσι, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το μερίδιο της μέσης ισοδύναμης δαπάνης (αγορές, τρέχουσες τιμές) του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού είναι 5,39 φορές μεγαλύτερο από το μερίδιο της μέσης ισοδύναμης δαπάνης του φτωχότερου 20%, από 5,19 για το 2021.

Ο δείκτης μειώνεται στο 4,21 όταν συμπεριληφθούν στην καταναλωτική δαπάνη οι τεκμαρτές δαπάνες (τελική καταναλωτική δαπάνη), με την απόκλιση πάντως και σ’ αυτή την περίπτωση να είναι μεγαλύτερη το 2022, καθώς το 2021 ήταν 4,08. Αλλωστε, αυξήθηκε το ποσοστό του πληθυσμού της χώρας που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας σε 17,4% το 2022 από 17,1% το 2021.

Καθοριστικό ρόλο στη διεύρυνση των ανισοτήτων παίζουν οι αυξήσεις στα είδη διατροφής, καθώς τα πιο φτωχά νοικοκυριά δαπανούν το 34,1% του μέσου προϋπολογισμού τους για τα είδη αυτά, ενώ τα μη φτωχά το 20,1%.

Η οικονομική κρίση, η πανδημία και πλέον η πληθωριστική κρίση άλλαξε καθοριστικά τις προτεραιότητες των νοικοκυριών σε ό,τι αφορά τις δαπάνες. Ετσι, πλέον οι δαπάνες για είδη ένδυσης και υπόδησης αποτελούν μόλις το 4,8% των συνολικών δαπανών έναντι 7,2% το 2008, έχοντας μειωθεί κατά 55,7%.

Από την άλλη, τα τρόφιμα, που αποτελούσαν το 2008 το 18% των συνολικών δαπανών των νοικοκυριών, από το 2012 κι έπειτα ξεπέρασαν το 20%, χωρίς να πέσουν ποτέ κάτω από αυτό το ποσοστό. Αξίζει να σημειωθεί ότι το 2008 η μέση μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών (σε τρέχουσες τιμές) ήταν 2.120,40 ευρώ.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή