Το παζάρι για νέο Σύμφωνο Σταθερότητας και οι φόβοι της Ελλάδας

Το παζάρι για νέο Σύμφωνο Σταθερότητας και οι φόβοι της Ελλάδας

H διαφωνία με τη γερμανική πρόταση για μείωση του χρέους κατά 1% του ΑΕΠ κάθε χρόνο και η ανησυχία από τυχόν επαναφορά των παλιών δημοσιο-νομικών κανόνων

3' 51" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Την περασμένη εβδομάδα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαπίστωνε, στη γνωμοδότησή της για το προσχέδιο προϋπολογισμού του 2024, ότι η Ελλάδα υπερκαλύπτει κατά πολύ τη σύστασή της για το όριο αύξησης των καθαρών πρωτογενών δαπανών: αντί για 2,6%, ο προϋπολογισμός της προβλέπει αύξηση μόνο κατά 0,4%. Ετσι, η Ελλάδα ήταν μία από τις 7 μόνο χώρες που πέρασε τις «δημοσιονομικές εξετάσεις» της Κομισιόν χωρίς παρατηρήσεις.

Η αύξηση των καθαρών πρωτογενών δαπανών είναι το νέο μέτρο δημοσιονομικής πειθαρχίας που περιλαμβάνουν οι προτάσεις της Κομισιόν, στο πλαίσιο της αναθεώρησης του Συμφώνου Σταθερότητας. Ο ελληνικός προϋπολογισμός, προς το παρόν, καλύπτει και τους παλιούς κανόνες, αφού το έλλειμμα του προϋπολογισμού το 2024 θα είναι μόλις 1,1% του ΑΕΠ (με όριο το 3% του ΑΕΠ), ενώ θα υπάρξει πρωτογενές πλεόνασμα 2,1% του ΑΕΠ.

Ομως η συμμόρφωση αυτή, όπως μεταδίδουν πηγές του υπουργείου Οικονομικών, δεν είναι δεδομένη για τα επόμενα χρόνια, εφόσον παραμείνουν οι κανόνες του παλιού Συμφώνου Σταθερότητας. Συγκεκριμένα, οι πηγές αναφέρουν ότι σε μια τέτοια περίπτωση θα απαιτούνται συνεχή πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης του 2,5% του ΑΕΠ σε σταθερή βάση, κάτι που μπορεί να λειτουργήσει αντιαναπτυξιακά, πριν καλά καλά η χώρα ανακτήσει το χαμένο έδαφος της μνημονιακής δεκαετίας.

Η κυβέρνηση τοποθετείται, στο πλαίσιο αυτό, ξεκάθαρα υπέρ της επίτευξης συμφωνίας για τους νέους δημοσιονομικούς κανόνες της Ε.Ε. Αν δεν υπάρξει συμφωνία έως το τέλος του χρόνου, θα επανέλθει σε ισχύ το παλιό Σύμφωνο Σταθερότητας, βάζοντας τις χώρες σε στενό δημοσιονομικό κορσέ, χωρίς ευελιξία: ανώτατο όριο ελλείμματος 3% του ΑΕΠ και ετήσια μείωση χρέους ίση με το 1/20 του υπερβάλλοντος ποσοστού του 60% του ΑΕΠ (αν και το τελευταίο δεν εφαρμόστηκε στην πράξη).

Το πρόβλημα είναι ότι οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης είναι απολύτως διασπασμένες στο θέμα αυτό: Οι 13 είναι υπέρ της πρότασης της Κομισιόν για μεγαλύτερη ευελιξία και οι 14, κυρίως της βόρειας και κεντρικής Ευρώπης και οι χώρες της Βαλτικής, είναι υπέρ αυστηρότερων, οριζόντιων, στόχων μείωσης χρέους και ελλειμμάτων. Η πρόταση της Κομισιόν, όπως είναι γνωστό, δίνει τη δυνατότητα σε κάθε χώρα να διαμορφώνει το δημοσιονομικό της πρόγραμμα, με βάση τις ιδιαιτερότητές της, υπό την προϋπόθεση ότι το χρέος της υποχωρεί με βιώσιμο τρόπο. Η ίδια η Κομισιόν αξιολογεί αυτά τα προγράμματα, με βάση τις προβλέψεις της. Η Γερμανία εξαρχής δεν συμφώνησε με τη χαλαρή αυτή προσέγγιση, θεωρώντας την επικίνδυνη και προκρίνοντας οριζόντιους κανόνες μείωσης χρέους κατά 1% τουλάχιστον ετησίως και δημιουργία «μαξιλαριών» ασφαλείας, ώστε να αντιμετωπίζονται ενδεχόμενες απρόβλεπτες καταστάσεις.

Η ισπανική προεδρία, όπως όφειλε, υπέβαλε συμβιβαστική πρόταση, με ονομαστικούς στόχους μείωσης, αφήνοντας κενό το ποσοστό για να συμπληρωθεί την τελευταία στιγμή. Ομως, ενώ διαφαινόταν προοπτική να συγκαλέσει η Ισπανίδα υπουργός Οικονομικών Νάντια Καλβίνιο έκτακτο Ecofin στις 23 Νοεμβρίου, ώστε να προχωρήσει η διαπραγμάτευση και να κλείσει συμφωνία στο τελευταίο Ecofin του χρόνου, στις 8 Δεκεμβρίου, αυτό δεν έγινε, προφανώς επειδή δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις συμφωνίας.

Τη διαπραγμάτευση φάνηκε να δυσκολεύει ακόμη περισσότερο η πρόσφατη απόφαση του γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, που απαγόρευσε τη μεταφορά 60 δισ. ευρώ από τα αδιάθετα κονδύλια της χώρας για την πανδημία σε πράσινες επενδύσεις. Η απόφαση «στρίμωξε» δημοσιονομικά τη χώρα και υποχρέωσε τον Γερμανό υπουργό Οικονομικών Κρίστιαν Λίντνερ να ανακοινώσει, την περασμένη Πέμπτη, την κατάθεση συμπληρωματικού προϋπολογισμού για το 2023, παραβιάζοντας για έναν ακόμη χρόνο το «φρένο χρέους», που είχε εγκαταλειφθεί προσωρινά, λόγω της πανδημίας και της ενεργειακής κρίσης.

Οι αναλυτές εκτίμησαν αρχικά ότι μια χώρα που υποχρεώνει τους πολίτες της να πιεστούν δημοσιονομικά δεν θα επιτρέψει εύκολα στις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης να υιοθετήσουν χαλαρούς κανόνες. Μένει να φανεί αν ο κ. Λίντνερ θα συνεχίσει να έχει συμπεριφορά «γερακιού» στην ευρωπαϊκή διαπραγμάτευση, ακόμη και μετά την εγκατάλειψη του «φρένου χρέους» στο εσωτερικό της χώρας του.

Η διαπραγμάτευση έχει κι άλλες πτυχές με ειδικό ενδιαφέρον για την Ελλάδα, όπως η αντιμετώπιση των επενδυτικών και των αμυντικών δαπανών. Οπως είπε ο υπουργός Οικονομικών Κωστής Χατζηδάκης, μετά το τελευταίο Ecofin στις 9 Νοεμβρίου, «οι νέοι δημοσιονομικοί κανόνες θα πρέπει να διασφαλίζουν ταυτόχρονα τη δημοσιονομική πειθαρχία και την οικονομική ανάπτυξη, ενώ θα πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα για τις χώρες με υψηλές αμυντικές δαπάνες».

Παρότι το ελληνικό χρέος μειώνεται με ταχύτατους ρυθμούς τα τελευταία χρόνια (από 172,6% το 2022 σε 160,3% το 2023 και προβλέπεται να υποχωρήσει σε 152,3% του ΑΕΠ το 2024), η κυβέρνηση δεν συμφωνεί με τη γερμανική πρόταση για μείωση κατά 1% του ΑΕΠ κάθε χρόνο, καθώς θεωρεί ότι σε περίπτωση χαμηλού ρυθμού ανάπτυξης, όπως π.χ. 0,5%, αυτός ο περιορισμός θα οδηγήσει σε στραγγαλισμό της οικονομικής δραστηριότητας.

Τα στοιχήματα ακόμη είναι ανοιχτά ως προς το αν θα υπάρξει συμφωνία για το νέο Σύμφωνο στις 8 Δεκεμβρίου. Αν δεν καταστεί αυτό εφικτό, η διαπραγμάτευση θα συνεχιστεί επί βελγικής προεδρίας, με τις δυσκολίες να αυξάνονται, καθώς θα πλησιάζουν και οι ευρωεκλογές.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή