Εφικτή η μείωση χρέους στο 135% του ΑΕΠ την επόμενη πενταετία

Εφικτή η μείωση χρέους στο 135% του ΑΕΠ την επόμενη πενταετία

Εφόσον συνεχίσει να καταγράφει υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα η χώρα, εκτιμά η Capital Economics

2' 5" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Δεν αποκλείει τη μείωση του ελληνικού δείκτη χρέους προς το ΑΕΠ στο 135% στα επόμενα πέντε χρόνια η Capital Economics εάν η Ελλάδα καταφέρει να καταγράψει υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα. Οπως επισημαίνει, άλλωστε, το success story του ελληνικού χρέους ξεχωρίζει στην Ευρωζώνη καθώς, ενώ οι ανησυχίες για τα δημοσιονομικά πολλών χωρών της περιοχής έχουν ενισχυθεί, οι προοπτικές για το χρέος της Ελλάδας είναι αρκετά ευοίωνες, χάρη στα τρία «όπλα» της χώρας: τη σταθερή οικονομική ανάπτυξη, τα μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα και τις χαμηλές δαπάνες για τόκους.

Πιο αναλυτικά, όπως εξηγεί, οι βραχυπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης της Ελλάδας είναι καλύτερες από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης γιατί το ΑΕΠ εξακολουθεί να είναι σχεδόν 20% μικρότερο από το 2008 και έτσι υπάρχει ακόμη πολύ περιθώριο ώστε να καλυφθεί το έδαφος που χάθηκε. Παράλληλα και οι επιχειρηματικές έρευνες δείχνουν ότι η ανάπτυξη θα είναι υψηλότερη από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης τους επόμενους δώδεκα μήνες, ενώ ο ιδιωτικός τομέας της Ελλάδας είναι λιγότερο εκτεθειμένος στην αυστηροποίηση της νομισματικής πολιτικής από πολλές άλλες οικονομίες. Ετσι ο οίκος προβλέπει ότι η οικονομία της Ελλάδας θα αναπτυχθεί κατά 2%-2,5% ετησίως το 2024-2025, πριν επιβραδυνθεί σε περίπου 1% ετησίως στη συνέχεια.

Δεύτερον, η Ελλάδα είναι πιθανό να σημειώσει υψηλά πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα για τα επόμενα χρόνια, τη στιγμή που η ελληνική κυβέρνηση φαίνεται δεσμευμένη να τηρήσει τους δημοσιονομικούς κανόνες, έχει ιστορικό αρκετά περιοριστικής δημοσιονομικής πολιτικής και αναμένεται να παραμείνει στην εξουσία τουλάχιστον έως το 2027. Ετσι το πρωτογενές πλεόνασμα αναμένεται να αυξηθεί από 1,1% του ΑΕΠ φέτος σε 2,1% το 2024.

Τρίτον, το μέσο επιτόκιο του δημόσιου χρέους της Ελλάδας είναι βέβαιο ότι θα παραμείνει αρκετά χαμηλό για το επόμενο διάστημα, επισημαίνει η Capital Economics. Οι δαπάνες για τόκους διαμορφώθηκαν στο 1,4% του δημόσιου χρέους πέρυσι – πολύ χαμηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (1,9%) αλλά και της Ισπανίας (2,2%) και της Ιταλίας (3,0%). Η μέση διάρκεια του δημόσιου χρέους είναι σχεδόν 20 χρόνια, επομένως η αύξηση των επιτοκίων θα μετακυλίεται στις δαπάνες για τόκους με… ρυθμό σαλιγκαριού.

Με βάση τις προβλέψεις του για την ανάπτυξη υπολογίζει ότι ο δείκτης χρέους θα υποχωρήσει λίγο κάτω από το 140% του ΑΕΠ έως το 2028 εάν η Ελλάδα παρουσιάζει πρωτογενή πλεονάσματα 1,5% τα επόμενα πέντε χρόνια. Εάν η Ελλάδα σημειώνει, ωστόσο, πλεονάσματα 2,5% ετησίως, ο δείκτης χρέους θα υποχωρήσει στο 135%, όπως τονίζει. Αν και ένα διαρκές πλεόνασμα άνω του 2% μπορεί να ακούγεται απίθανο, ωστόσο είναι μικρότερο από το μέσο πρωτογενές πλεόνασμα της χώρας κατά την τετραετία πριν από την πανδημία, επισημαίνει η Capital Economics.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή