Το κόστος των ελληνικών τραπεζών συρρικνώθηκε σημαντικά

Το κόστος των ελληνικών τραπεζών συρρικνώθηκε σημαντικά

Μετά τη μεγάλη μείωση των τραπεζοϋπαλλήλων και των καταστημάτων

Σε περίοπτη θέση με έναν από τους υψηλότερους δείκτες αποτελεσματικότητας σε όρους κόστους προς έσοδα βρίσκονται οι ελληνικές τράπεζες μετά τη δεκαετή κρίση και τη στροφή στην ψηφιακή τραπεζική, που συρρίκνωσε δραματικά τόσο τον αριθμό των τραπεζοϋπαλλήλων όσο και τον αριθμό των καταστημάτων στη χώρα, βελτιώνοντας τον δείκτη κόστους προς έσοδα σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα.

Οι ελληνικές τράπεζες, όπως προκύπτει από τα συγκριτικά στοιχεία που δημοσίευσε χθες ο SSM, διαθέτουν τον δεύτερο χαμηλότερο δείκτη κόστους προς έσοδα μεταξύ των ευρωπαϊκών τραπεζών, που διαμορφώθηκε στο 34,69% στο τέλος του 2023, με προοπτική μάλιστα περαιτέρω βελτίωσης την προσεχή τριετία μέσω της αύξησης των εσόδων που έχουν θέσει ως στόχο οι διοικήσεις των ελληνικών τραπεζών.

Είναι χαρακτηριστικό ότι σε καλύτερη θέση από τις ελληνικές τράπεζες, όμως με οριακή διαφορά, βρίσκεται η Πορτογαλία με αντίστοιχο δείκτη κόστους προς έσοδα μόλις 33,28%, ενώ ο μέσος όρος στην Ε.Ε. διαμορφώνεται στο 57%, με τη Γαλλία και τη Γερμανία να βρίσκονται στην κορυφή της κατάταξης με αντίστοιχους δείκτες 71% και 63,5%. Η διαδρομή που έχουν κάνει οι ελληνικές τράπεζες είναι μάλιστα πολύ σημαντική, καθώς ο αντίστοιχος δείκτης το 2016, χρονιά κατά την οποία ο SSM δημοσιεύει συγκεντρωτικά συγκριτικά στοιχεία, ήταν στο 52% και έκτοτε έχει μειωθεί κατά 17 ποσοστιαίες μονάδες. Μεγάλο μέρος αυτής της βελτίωσης αποδίδεται στη μείωση των καταστημάτων και του προσωπικού που συντελέστηκε τα τελευταία χρόνια, που αποτελεί και τον βασικό παράγοντα οργανικού κόστους στη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος.

Με βάση τα στοιχεία της ΤτΕ, ο αριθμός των τραπεζοϋπαλλήλων σε σχέση με το 2015 έχει μειωθεί κατά 17.589, στους 28.506, ενώ κατά την τελευταία 15ετία έχει μειωθεί κατά 37.659 άτομα. Παράλληλη ήταν και η συρρίκνωση των τραπεζικών καταστημάτων, που σε σύγκριση με το 2015 έχουν περιοριστεί κατά 1.134 (2.684 συγκριτικά με το 2008), στα 1.413, μέγεθος που περιλαμβάνει και το δίκτυο των μη συστημικών τραπεζών.

Οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν τον δεύτερο χαμηλότερο δείκτη κόστους προς έσοδα μεταξύ των ευρωπαϊκών τραπεζών.

Σε ό,τι αφορά τις συστημικές τράπεζες, η Εθνική στα τέλη του 2023 διέθετε 314 καταστήματα (από 527 το 2015) και 7.900 υπαλλήλους (εκ των οποίων οι 6.700 στην Ελλάδα) από 19.800 το 2015. Η μείωση του προσωπικού αναμένεται να συνεχιστεί σε στοχευμένη πλέον βάση και το 2024 εν αναμονή ενός νέου προγράμματος εθελουσίας εξόδου, που εκτιμάται ότι θα ενεργοποιηθεί έως το τέλος του χρόνου. Η δαπάνη προσωπικού αυξήθηκε κατά 2,6% το 2023 στα 444 εκατ. ευρώ, αλλά μετά την άνοδο των οργανικών εσόδων η συμμετοχή του στο συνολικό λειτουργικό κόστος περιορίστηκε στο 16,8% από 25,2% το 2022, και ο δείκτης κόστους προς οργανικά έσοδα μειώθηκε από 42% σε 32%.

H Eurobank αύξησε το προσωπικό της στην Ελλάδα στα τέλη του 2023 στους 6.323 εργαζομένους από 6.268 στα τέλη του 2022 και στους 10.728 σε επίπεδο ομίλου (από 9.857 το 2022), εξέλιξη που σε συνδυασμό με τη νέα επιχειρησιακή σύμβαση αύξησε το κόστος προσωπικού στα 338 εκατ. ευρώ το 2023 από 309 εκατ. ευρώ το 2022. Αντιθέτως, τα καταστήματα μειώθηκαν σε 268 από 274 το 2022, ενώ τον Φεβρουάριο η τράπεζα υλοποίησε νέο πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου, μέσω του οποίου το προσωπικό αναμένεται να περιοριστεί κατά 680 άτομα στην Ελλάδα έως το τέλος του 2024, βελτιώνοντας περαιτέρω τον δείκτη κόστους προς έσοδα, που διαμορφώθηκε στο 39% το 2023.

Η Alpha Bank έχει μειώσει το προσωπικό της από 11.314 άτομα σε επίπεδο ομίλου το 2018 σε 6.138 στα τέλη του 2023 (από τα οποία, 5.678 στην Ελλάδα), περιορίζοντας παράλληλα το δίκτυο των καταστημάτων στα 275 (265 στην Ελλάδα) από 629 την ίδια περίοδο. Ο δείκτης κόστους προς έσοδα μειώθηκε στο 42% στα τέλη του 2023 από 55% το 2022, και στόχος της διοίκησης είναι να μειωθεί περαιτέρω στο 37% στα τέλη του 2026.

Τέλος, η Τράπεζα Πειραιώς έχει υλοποιήσει τη μεγαλύτερη μείωση του δείκτη κόστους προς έσοδα που περιορίστηκε στο 31% στα τέλη του 2023, παρά το γεγονός ότι διαθέτει το μεγαλύτερο δίκτυο, που αριθμεί 378 καταστήματα στο τέλος του 2023. Με βάση το επιχειρησιακό σχέδιο που ανακοίνωσε η διοίκηση, ο σχετικός δείκτης θα σταθεροποιηθεί στο 35% την προσεχή τριετία και το κόστος προσωπικού θα σταθεροποιηθεί επίσης κοντά στα 400 εκατ. ευρώ, από 384 εκατ. ευρώ το 2023 (446 εκατ. ευρώ μαζί με το κόστος του προγράμματος εθελουσίας εξόδου).

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT