ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Κυβερνητικές ευθύνες για την κρίση στη ΔΕΗ βλέπει ο Μ. Παναγιωτάκης

kyvernitikes-eythynes-gia-tin-krisi-sti-dei-vlepei-o-m-panagiotakis-2324499

Με τα αποτελέσματα πρώτου τριμήνου της ΔΕΗ να αναμένονται σήμερα, προκειμένου να διαπιστωθεί το εύρος των προβλημάτων στην οικονομική θέση της Επιχείρησης, ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλός της Μ. Παναγιωτάκης επέλεξε τη χθεσινή γενική συνέλευση των μετόχων ως βήμα για τον απολογισμό των πεπραγμένων της θητείας του. Ισχυρίστηκε πως η ΔΕΗ δεν αποτελεί συστημικό κίνδυνο και ότι τα αρνητικά μεγέθη μπορούν να αναστραφούν, άσκησε κριτική με νόημα στους διαχρονικούς πολιτικούς χειρισμούς και παρεμβάσεις, όπως και στους περιορισμούς που υφίσταται η ΔΕΗ έναντι των ιδιωτών, και δήλωσε πως εφαρμόζεται το business plan της McKinsey. Υπογράμμισε όμως και ότι η ΔΕΗ δεν μπορεί να συνεχίσει χωρίς αυξήσεις των τιμολογίων. Πρότεινε είτε την είσοδο στρατηγικού επενδυτή, με το Δημόσιο όμως να διατηρεί την καταστατική μειοψηφία (33%), είτε την αποδέσμευσή της από περιορισμούς δημόσιου χαρακτήρα που ισχύουν σήμερα. Αναλυτικότερα, ο Μ. Παναγιωτάκης τόνισε, όπως προαναφέρθηκε, πως η ΔΕΗ δεν αποτελεί συστημικό κίνδυνο, ούτε καταρρέει. Αντιμετωπίζει, όμως, διαρθρωτικά προβλήματα που μπορούν να επιλυθούν με βάση τους διακηρυγμένους στόχους όλων των πολιτικών κομμάτων, δηλαδή ανεξάρτητα από το ποια θα είναι η επόμενη κυβέρνηση.

Προειδοποίησε όμως πως η κατάσταση γίνεται χειρότερη λόγω των περιορισμών του Δημοσίου, οι οποίοι μπορούν να επιλυθούν μέσω δύο τρόπων: είτε με διατήρηση του δημοσίου ελέγχου αλλά με την εφαρμογή νέων κανόνων εταιρικής διακυβέρνησης, ώστε να αποκτήσει ευελιξία η διοίκηση (π.χ. στις προμήθειες ή στις προσλήψεις), είτε με την πώληση μειοψηφικού πακέτου σε στρατηγικό επενδυτή. Επίσης, ισχυρίστηκε πως εφαρμόζεται, και μάλιστα κατά γράμμα, το επιχειρησιακό σχέδιο της McKinsey μέχρι το 2022, είτε αφορά τη μείωση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων και του κόστους μισθοδοσίας (μέχρι το 2022 προβλέπεται να έχει μειωθεί το προσωπικό κατά περίπου 4.400 εργαζόμενους) είτε την επέκταση στο εξωτερικό και σε νέες δραστηριότητες, όπως το φυσικό αέριο. Πάντως, ο επικεφαλής της ΔΕΗ παραδέχθηκε πως η Επιχείρηση δεν μπορεί πλέον να αντέξει και πως πρέπει να αυξήσει τα τιμολόγια, προκειμένου να αντιμετωπίσει το αυξημένο κόστος από τα δικαιώματα ρύπων, κ.λπ.

Ο Μ. Παναγιωτάκης εξήγησε πως είναι «θεμιτή η επιδίωξη των πολιτικών προϊσταμένων να μην αυξάνεται η τιμή στο ηλεκτρικό ρεύμα» και πρόσθεσε πως και η ΔΕΗ έχει κάνει ό,τι μπορούσε σε αυτήν την κατεύθυνση. Αναρωτήθηκε, όμως, μέχρι πότε μπορεί να αντέξει η Επιχείρηση καθώς, όπως είπε, ακόμα και η μείωση των μισθολογικών δαπανών κατά 400 εκατ. δεν καλύπτει καν το κόστος από τις δημοπρασίες ΝΟΜΕ και αυτό των δικαιωμάτων ρύπων. Να σημειωθεί πως υφίσταται σοβαρό ζήτημα με τις δημοπρασίες ΝΟΜΕ καθώς, εκτός από τις απώλειες που έχει καταγράψει μέχρι σήμερα η ΔΕΗ, το 2019, οι δημοπρατούμενες ποσότητες υπερβαίνουν την παραγωγή από τις λιγνιτικές και υδροηλεκτρικές μονάδες, με αποτέλεσμα η Επιχείρηση να αγοράζει από το σύστημα ακριβότερα για να πουλάει φθηνότερα σε ανταγωνιστές της. Οσον αφορά τις σοβαρές οικονομικές επιβαρύνσεις του 2018, αρκέστηκε να τις αποδώσει κυρίως σε «εξωγενείς» αλλά και σε «μη επαναλαμβανόμενους» παράγοντες, και ειδικότερα στα κόστη διοξειδίου του άνθρακα, τις δημοπρασίες ΝΟΜΕ, τις προβλέψεις για τόκους υπερημερίας προς ΑΔΜΗΕ και ΔΑΠΕΕΠ και σε προβλέψεις για αποζημιώσεις προσωπικού.