ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΑΝΑΛΥΣΗ

Στη Γηραιά Ηπειρο, η Ζώνη του Ευρώ είναι παγιδευμένη σε ένα φαύλο κύκλο. H γερμανική οικονομία, της οποίας η παραγωγή αναλογεί στα δύο τρίτα της συνολικής στη Ζώνη του Ευρώ, συρρικνώνεται. Οι προβλέψεις για ανάπτυξη στην περιοχή καταρρέουν, εν μέρει, λόγω της ενίσχυσης του ευρώ έναντι του δολαρίου. Ταυτόχρονα, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα με βραδύτητα μείωσε τα επιτόκιά της, ενώ το πακέτο ανάπτυξης και σταθερότητας, το οποίο θέτει ορισμένους περιορισμούς στην άσκηση δημοσιονομικής πολιτικής, αποτελεί, στην καλύτερη περίπτωση, ένα ανέκδοτο, στη χειρότερη, μια καταστροφή. O οποιοσδήποτε θα μπορούσε να υποθέσει ότι οι προαναφερομένες συνθήκες αντικατοπτρίζουν μια δοκιμασία της πίστης εκείνων που είχαν εναποθέσει τις ελπίδες τους στο ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα.

Παραδόξως, η πίστη αυτή είναι ισχυρότερη από ποτέ. Παρά την αδύναμη απόδοση της Ζώνης του Ευρώ, οι αισιόδοξοι εξακολουθούν να αναμένουν την εμφάνιση υψηλότερων ρυθμών ανάπτυξης στο μακροπρόθεσμο μέλλον, γιατί έχουν την πεποίθηση ότι το εμπόριο μεταξύ των κρατών-μελών της Ζώνης του Ευρώ θα ευδοκιμήσει περαιτέρω. H πηγή αυτής της πεποίθησης απορρέει από πόρισμα εμπειρικών ερευνών που έχουν συντελεστεί πάνω σε προγενέστερες νομισματικές ενώσεις. Στην εν λόγω έρευνα, που δημοσιεύθηκε το 2000, ο οικονομολόγος του Πανεπιστημίου Μπέρκλεϊ της Καλιφόρνιας, Αντριου Ρόουζ, επέκτεινε το μοντέλο «βαρύτητας» το εμπορίου. H κεντρική ιδέα, που συσχετίζεται με τη θεωρία του Νιούτον για τους νόμους έλξεως των πλανητών, είναι ότι οι εμπορικές συναλλαγές μεταξύ δύο χωρών επεκτείνονται ανάλογα με το μέγεθος των οικονομιών τους, αλλά μειώνονται από την απόσταση που τις χωρίζει (και, ως εκ τούτου, από το σχετικό κόστος μεταφοράς). H καινοτομία του κ. Ρούοζ ήταν να μελετήσει τον παράγοντα της ένταξης μιας χώρας σε μια νομισματική ένωση ως μια πιθανή επιρροή στο εμπόριο. Ιδιαίτερα εντυπωσιακό ήταν το εύρημα ότι τα κράτη-μέλη νομισματικών ενώσεων διεκπεραιώνουν μεταξύ τους κατά το τριπλάσιο περισσότερες εμπορικές συναλλαγές συγκριτικά με άλλες χώρες.

Για πολλούς οικονομολόγους, το εύρημα αυτό είναι αναμφισβήτητο. Οι νομισματικές ενώσεις θα πρέπει να ενισχύουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών-μελών τους, γιατί καταργείται η αβεβαιότητα που συνδεέται με τις διακυμάνσεις ισοτιμιών. Μια πρόσφατη αναθεώρηση της εν λόγω έρευνας που πραγματοποιήσε το υπουργείο Οικονομικών της Βρετανίας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ένταξη της εν λόγω χώρας στη Ζώνη του Ευρώ θα ενίσχυε το εμπόριό της με τα υπόλοιπα κράτη-μέλη από 5% μέχρι 50%, δίχως να είναι απαραίτητη η διαφοροποίηση των εμπορικών συναλλαγών με μη κράτη-μέλη της συγκεκριμένης νομισματικής ένωσης. Οπως υποδηλώνει και η απόσταση που χωρίζει τις προαναφερομένες εκτιμήσεις, υπάρχουν πολλές αμφιβολίες. Το τέλος της νομισματικής ένωσης μεταξύ της Βρετανίας και της Ιρλανδίας, το 1979, δεν οδήγησε στη μείωση του εμπορίου μεταξύ των δύο χωρών. Αντίθετα, το εμπόριο στη Ζώνη του Ευρώ μειώθηκε ως ποσοστό του συνόλου, την τριετία που έληξε το 2001. Ωστόσο, στη δεύτερη περίπτωση, επικρατούσαν ιδιάζουσες συνθήκες. Ειδικότερα, εκείνη την περιόδο συντελέστηκε η ραγδαία ανάπτυξη των ΗΠΑ, η απότομη αύξηση των τιμών πετρελαίου, εξελίξεις που οδήγησαν στην αύξηση του ποσοστού εμπορικών συναλλαγών που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ της Ζώνης του Ευρώ και άλλων χωρών. Παρά ταύτα, μια λεπτομερέστερη έρευνα αποδεικνύει ότι το εμπόριο στη Ζώνη του Ευρώ έχει αυξηθεί μεταξύ των 12 κρατών-μελών του.

Από την άλλη πλευρά, φαίνεται να υπερτιμάται η επίδραση του εμπορίου στον τομέα της ανάπτυξης. O υπουργός Οικονομικών, Γκόρντον Μπράουν, έχει δηλώσει ενώπιον του βρετανικού κοινοβουλίου ότι μια κατά 50% αύξηση των εμπορικών συναλλαγών θα οδηγήσει σε μία κατά 10% άνοδο του βιοτικού επιπέδου, μέσα στην επόμενη 30ετία. Κάτι τέτοιο ισούται με μία κατά 0,3% αύξηση του ρυθμού ανάπτυξης, κατά τη διάρκεια της προαναφερομένης περιόδου, ένα ποσοστό που δεν είναι καθόλου εντυπωσιακό.

Με το πέρασμα του χρόνου, όμως, η αύξηση του εμπορίου στη Ζώνη του Ευρώ, ίσως να κατευνάσει το μεγαλύτερο μειονέκτημα της νομισματικής ένωσης, που είναι η επιβολή ενός ενιαίου επιτοκίου σε διαφορετικές μεταξύ τους οικονομίες. Καθώς το εμπόριο μεταξύ των κρατών-μελών αυξάνεται, η υποδομή των οικονομιών τους θα εξομαλύνεται. Ενα μεγάλο ποσοστό των εμπορικών συναλλαγών αφορά εταιρείες του ιδίου βιομηχανικού κλάδου. O παράγοντας αυτός, ίσως, να δώσει το περιθώριο στις εν λόγω οικονομίες να προσαρμοστούν ταχύτερα στο νομισματικό καθεστώς ενός κοινού επιτοκίου.

Το ερώτημα εάν ένα ενιαίο νόμισμα θα ενισχύσει το εμπόριο, μακροπρόθεσμα, αντισταθμίζοντας τις συνέπειες ενός κοινού επιτοκίου, παραμένει επίμαχο. Αλλά τα καθαρά οφέλη εξαρτώνται από άλλους παράγοντες. Κατ’ αρχάς, οι χώρες της Ευρώπης πρέπει να εφαρμόσουν ορισμένες ριζικές μεταρρυθμίσεις. Μήπως η εφαρμογή λανθασμένων πολιτικών γραμμών, όπως οι επιβλαβείς για την αγορά εργασίας μεταρρυθμίσεις, υποβαθμίζουν πιθανά οφέλη που μπορεί να προσφέρει το κοινό νόμισμα, έτσι όπως συνέβαινε και με την κοινή αγορά; Με την ίδια λογική, είναι πολύ πιθανό οι όροι του πακέτου ανάπτυξης και σταθερότητας να περιορίζουν την ευελιξία των κυβέρνησεων της Ζώνης του Ευρώ, την οποία ήδη αναχαιτίζει το έργο που έχει αναλάβει η EKT, ήτοι αυτό της χάραξης μιας κοινής νομισματικής πολιτικής.