ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Το ελληνικό κεφάλαιο αναζητεί νέες διεξόδους

Η ανάγκη ενός νέου οικονομικού προσανατολισμού για την Ελλάδα του 21ου αιώνα αποτελεί θέμα άμεσης προτεραιότητας. Κύκλοι της αγοράς υποστηρίζουν ότι η ελληνική οικονομία διατρέχει τον κίνδυνο να περιθωριοποιηθεί και να μείνει έξω από το παιγνίδι των ευρωπαϊκών εξελίξεων (έπειτα από δύο ή τρία χρόνια), καθώς οι ξένες επενδύσεις και τα μεγάλα κεφάλαια της ανάπτυξης κατευθύνονται στις πολλά υποσχόμενες οικονομίες των χωρών της διεύρυνσης.

Το γεγονός ότι τα δύο τελευταία χρόνια οι εισροές ξένων κεφαλαίων για την πραγματοποίηση άμεσων επενδύσεων εκμηδενίσθηκαν κυριολεκτικά, αποτελεί ένα δυνατό προειδοποιητικό κτύπημα. Εάν δεν υπήρχαν οι ογκώδεις εισροές από τα ταμεία της Ευρωπαϊκής Ενωσης για τα μεγάλα έργα κ.λπ., η ελληνική οικονομία θα είχε υποστεί ήδη ένα πολύ ισχυρό σοκ και κατ’ επέκτασιν θα είχαν μειωθεί τα εισοδήματα και οι θέσεις απασχόλησης. Το δεύτερο προειδοποιητικό μήνυμα για την ελληνική οικονομία είναι η συζήτηση που άνοιξε στις Βρυξέλλες γύρω από την κατανομή του Τέταρτου Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης. Για όσους παρακολουθούν τις εξελίξεις, η Ελλάδα δεν πρόκειται να πάρει στο τέλος ούτε τα μισά λεφτά από εκείνα που απέσπασε με το Γ΄ ΚΠΣ.

Οπως λένε οι πιο έμπειροι στην αγορά, η λύση είναι να βρει η ελληνική οικονομία το «μοντέλο» της και να στηρίξει την ανάπτυξή της στην παροχή μιας σειράς διεθνοποιημένων υπηρεσιών, με υψηλή κατά τεκμήριο ζήτηση. Θα αξιοποιήσει έτσι τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα και θα εξειδικευθεί. H Τσεχία, η Σλοβακία, η Ουγγαρία γίνονται χώρες συγκέντρωσης βιομηχανικών επενδύσεων για την παραγωγή αυτοκινήτων, ηλεκτρικών συσκευών κ.ά., η Ιρλανδία κέρδισε μια καλή θέση στον ήλιο, συγκεντρώνοντας τα κεφάλαια για την τεχνολογία. H Ελλάδα γιατί να μην εξειδικευθεί -αλλά αυτό χρειάζεται και πολιτική βούληση- στον τομέα της υγείας, της παιδείας, στον χρηματοοικονομικό τομέα;

Οπως και στον τομέα του τουρισμού, η ελληνική οικονομία μπορεί να παράγει και να προσφέρει σημαντικές υπηρεσίες σε ένα ευρύ καταναλωτικό κοινό, τουλάχιστον κατ’ αρχάς σε όλους τους Βαλκάνιους που βρίσκονται γύρω από τη χώρα και αποτελούν μία επιπλέον αγορά κοντά 50 εκατομμυρίων ανθρώπων. Μόνο έτσι, άλλωστε, θα μπορέσει να αξιοποιήσει και αυτά τα ποσά που θα τις αποδοθούν από το Τέταρτο ΚΠΣ μετά το 2006. H σημερινή δομή της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, πρώτα και κύρια απεξαρτητοποιεί την αγορά από τη γεωγραφική της διάσταση και αυτό θα πρέπει να γίνει συνείδηση βαθιά από πολιτικούς και επιχειρηματίες. H λύση είναι η εξωστρέφεια, η καινοτομία, η εξειδίκευση για να δημιουργήσεις ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα.

Στον χώρο της υγείας υπάρχει και καλό ανθρώπινο δυναμικό και σημαντική υποδομή από τον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα. H βούληση και η κατεύθυνση λείπουν, η σωστή διοίκηση, το μάρκετινγκ, ο εκσυγχρονισμός… Στον τομέα της παιδείας επίσης θα μπορούσε να γίνει πολλή δουλειά, να ιδρυθούν νέα ανεξάρτητα πανεπιστήμια υψηλής στάθμης, με τον χαρακτήρα του Ιδρύματος. Να γίνουν επενδύσεις σε ανθρώπινο δυναμικό, στους Ελληνες επιστήμονες του εξωτερικού που δεν είναι λίγοι, να προσελκύσουν σταδιακά οι ανώτατες σπουδές στην Ελλάδα φοιτητές απ’ όλη την Ανατολική Μεσόγειο. H δυναμική ανάπτυξης που θα δημιουργούσαν οι δύο αυτές προοπτικές θα ήταν πολύ μεγάλη. Οπως και στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Το εγχώριο τραπεζικό σύστημα μπορεί σίγουρα να παίξει για παράδειγμα τον τραπεζίτη της Βαλκανικής. Με τεράστια οφέλη για την ελληνική οικονομία στη συνέχεια. Εμπνευση, σχέδιο και αποφασιστικότητα χρειάζονται…

Οι πιο δραματικές επιδόσεις

Στα κρίσιμα θέματα που προσδιορίζουν την ανταγωνιστικότητα και τη δυναμική της οικονομίας, οι ελληνικές επιδόσεις είναι δυστυχώς πολύ χαμηλές σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Μπορεί η προσέγγιση αυτή να φαίνεται μίζερη, αλλά αποτελεί μία οδυνηρή πραγματικότητα η οποία πρέπει να γίνει εμφανής και να αλλάξει. Σε επίπεδο παραγωγικότητας, λοιπόν, η Ελλάδα κατέχει την προτελευταία θέση στον πίνακα των 15 σημερινών χωρών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Στην τελευταία θέση βρίσκεται η Πορτογαλία. Με βάση τον δείκτη της διά βίου εκπαίδευσης, η χώρα μας βρίσκεται πάλι στην προτελευταία θέση. Στις δαπάνες για την Παιδεία, για την οποία πολύς λόγος γίνεται τούτη την προεκλογική περίοδο, η χώρα μας βρίσκεται με δραματικό τρόπο στην τελευταία θέση, κάτω και από την Πορτογαλία σε αυτήν την περίπτωση. Στις δαπάνες για την Ερευνα και την Ανάπτυξη (πάλι ως ποσοστό του εθνικού εισοδήματος) η Ελλάδα κατέχει την τελευταία επίσης θέση μεταξύ των 15 χωρών-μελών της E.E. Το καταθλιπτικό είναι ότι και ο τρίτος δείκτης -σχετικά με την «Ερευνα και την Καινοτομία»- που αφορά στις δαπάνες για τεχνολογίες πληροφοριών και επικοινωνιών, κατατάσσει την Ελλάδα στην τελευταία θέση με μεγάλη διαφορά έναντι των άλλων εταίρων. Στην τελευταία θέση βρισκόμαστε και από πλευράς αριθμού ευρεσιτεχνιών σε τομείς υψηλής τεχνολογίας, ανά ένα εκατομμύριο κατοίκους (όλοι οι δείκτες είναι εύκολα εντοπίσιμοι από το site της Eurostat). Συνεπώς, με βάση τις χαμηλές αυτές επιδόσεις, είναι φανερό ότι θα απαιτηθεί πολύ μεγάλη προσπάθεια για να σταθούμε στο νέο ανταγωνιστικό περιβάλλον της διευρυμένης Ευρώπης.