ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Γενναιόδωρες προς τους μετόχους τους οι εισηγμένες

Μεγαλύτερη γενναιοδωρία προς τους μετόχους τους θα δείξουν το 2003 οι εισηγμένες εταιρείες, με βάση τα μερίσματα που θα διανείμουν από τα κέρδη που κατεγράφησαν τη παρελθούσα οικονομική χρήση.

Η μέση αύξηση της κερδοφορίας που ξεπέρασε το 40% σε σχέση με το 2002, η άνοδος των τιμών των μετοχών μετά μία τριετία πτωτικής τροχιάς, η αναδιάρθρωση των εταιρειών ύστερα από την κρίση που δημιούργησε το 1999 και η έναρξη απόδοσης των επενδύσεων που είχαν γίνει τη δεκαετία του ’90, ωφέλησαν τα αποτελέσματα των εισηγμένων.

Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, καθώς συνεχίσθηκε και μέσα στο Σαββατοκύριακο η δημοσίευση των ετήσιων λογιστικών καταστάσεων, προκύπτει ότι για το 2003 αναμένεται αύξηση των μερισμάτων κατά 45% σε σύγκριση με το οικονομικό έτος 2002.

Οι μετοχές που θα δώσουν τα υψηλότερα μερίσματα για το 2003 είναι οι εξής: ΟΠΑΠ 0,73 ευρώ, Εθνική Τράπεζα 0,65, Alpha Bank 0,60, Efg Eurobank 0,60, Alpha Trust-Asset Man. 0,50, Εμπορική 0,50, Γερμανός 0,40, ΑΓΕΤ-Ηρακλής 0,40 και Πειραιώς Leasing 0,35 ευρώ.

Οι τράπεζες, οι ΔΕΚΟ και αρκετές βιομηχανίες βρέθηκαν στην κορυφή των εταιρειών που θα διανείμουν τα υψηλότερα μερίσματα το 2003, καθώς η κερδοφορία τους κινήθηκε σε αρκετά ικανοποιητικά επίπεδα.

Οι διοικήσεις των εταιρειών επέλεξαν και το 2003, όπως συνέβη και το 2002 που ήταν κακή χρηματιστηριακή χρονιά, να διατηρήσουν την υψηλή μερισματική πολιτική, αφού με την κίνηση να αυξήσουν τα μερίσματα από τα κέρδη τους δείχνουν μία διάθεση φιλική προς τους μετόχους που απώλεσαν μεγάλο μέρος της αξίας των χαρτοφυλακίων τους την τριετία 2000-2002.

Το 2003 απετέλεσε έτος έντονων διακυμάνσεων και για το Χ.Α. όπως και για όλα τα διεθνή χρηματιστήρια. Το έτος ξεκίνησε έντονα πτωτικά με τα γεγονότα στο Ιράκ αλλά και την απειλούμενη ύφεση στις οικονομίες των ΗΠΑ και της Ευρώπης να διαμορφώνουν ένα δυσμενές περιβάλλον για τις μετοχικές αξίες. Από τον Απρίλιο με το τέλος του πολέμου στο Ιράκ η κατάσταση άρχισε να βελτιώνεται με τα πρώτα σημεία ενδεχόμενης οικονομικής ανάκαμψης να κάνουν την εμφάνισή τους. Στη συνέχεια, το Χ.Α. ανέκαμψε με βασική συνισταμένη τη βελτιούμενη κερδοφορία των ελληνικών τραπεζών και επιλεγμένων εταιρειών.

Τον Δεκέμβριο 2003 ο Γενικός Δείκτης τιμών σημείωσε απόδοση της τάξεως του 29,5% σε ετήσια βάση. Οι ελληνικές τράπεζες εμφάνισαν υψηλά λειτουργικά κέρδη και το τρίτο τρίμηνο του 2003. Τα ισχυρά επιτοκιακά έσοδα και οι αυξημένες προμήθειες που προήλθαν από διψήφια αύξηση της στεγαστικής και καταναλωτικής πίστης ενίσχυσαν τα έσοδα των ελληνικών τραπεζών.

Το επενδυτικό ενδιαφέρον για το 2004 συγκεντρώνουν η μετοχή του ΟΤΕ, αλλά και οι τράπεζες που έχουν καταγράψει σημαντικά κέρδη.

Τηλεπικοινωνίες

Μεγάλες ανακατατάξεις αναμένονται στον κλάδο των τηλεπικοινωνιών. Η πρόσφατη δημόσια προσφορά της Vodafone’s plc να εξαγοράσει της μετοχές της Vodafone-Ρanafoκαι στη συνέχεια να προβεί στη διαγραφή της θυγατρικής της από το Χ.Α. διαμορφώνει νέο τοπίο στις τηλεπικοινωνίες και μεταβάλλει τις ισορροπίες.

Οι μετοχικές αξίες απέδειξαν και το 2003 ότι υπερτερούν των εναλλακτικών μορφών επενδύσεων. Οι μετοχικές αξίες απαιτούν «ικανά» χρονικά περιθώρια ώστε να αναπτύξουν τη δυναμική τους και να καταγράψουν τις αποδόσεις. Αντιδράσεις πανικού και πώληση των χαρτοφυλακίων σε περιόδους κρίσης αποτελούν κακό σύμβουλο και αφαιρούν τη δυνατότητα καταγραφής υπεραξιών όταν εκλείπουν οι συνθήκες πανικού και καταστροφολογίας και η αγορά επανακτά τη δυναμική της και αποδίδει στις μετοχές την πραγματική τους αξία με βάση κέρδη, λογιστική αξία, ρυθμό ανάπτυξης, πιθανές εξαγορές ανταγωνισμού κ.λπ. Η παρορμητική και «αγελαία» συμπεριφορά αποδεδειγμένα είναι κακή σύμβουλος του επενδυτή, οποίος πρέπει απερίσπαστος να διατηρεί το χαρτοφυλάκιό του επωφελούμενος από τις εγγενείς διακυμάνσεις της αγοράς, αλλά και από αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου με προνομιακούς όρους, μερίσματα κ.ά. Σύμφωνα με τον διευθυντή του τμήματος ανάλυσης της CFS κ. Βασίλη Βλασταράκη: «H παγκόσμια οικονομία αντιμετωπίζει από τις αρχές της δεκαετίας έναν αριθμό προβλημάτων που εστιάζονται στο υπερβάλλον παραγωγικό δυναμικό, δημιούργημα της δεκαετίας του ’90, που, σε συνδυασμό με τη σημαντική μείωση της ζήτησης προκαλεί, δικαιολογημένα, έντονο προβληματισμό ως προς τη δυνατότητα της οικονομίας να ανακάμψει. Ο υπερδανεισμός των νοικοκυριών αποτελεί σοβαρό ανάχωμα στην προσπάθεια για ανάκαμψη, δεδομένου ότι ο υπερδανεισμένος καταναλωτής σε ΗΠΑ και Ευρώπη θα έχει περιορισμένη δυνατότητα να αυξήσει τις καταναλωτικές του δαπάνες και να συμβάλει με τον τρόπο αυτόν στην αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής και στην ανάκαμψη. Η κατάσταση στην αγορά εργασίας με την ανεργία σε Ευρώπη και ΗΠΑ να καταγράφει αρνητικό ρεκόρ δεν συμβάλλει στη δημιουργία ενός κλίματος εμπιστοσύνης και θετικής ψυχολογίας των καταναλωτών.

Ο κλονισμός της εμπιστοσύνης των επενδυτών μετά την παρατεταμένη ύφεση ώθησε τις χρηματιστηριακές αρχές, με προπομπό αυτές των ΗΠΑ, να αναθεωρήσουν το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας των χρηματιστηρίων μέσω βελτίωσης του θεσμικού πλαισίου λειτουργίας και θέσπισης μέτρων βελτίωσης της εταιρικής διαφάνειας και της εποπτείας των λογιστικών καταστάσεων με το νόμο Sarbanes – Οxley.

Η έναρξη της δεκαετίας του 2000 χαρακτηρίσθηκε από αρνητικά γεγονότα και συγκυρίες. Αυτή η αρνητική συγκυρία, σε συνδυασμό με τα προαναφερθέντα οικονομικά σκάνδαλα, οδήγησαν σε απόγνωση τους επενδυτές, που παρακολουθούσαν επί μία τριετία τις επενδύσεις τους σε μετοχικές αξίες να απαξιώνονται, χωρίς να είναι σε θέση οι περισσότεροι να ερμηνεύσουν τη ραγδαία πτώση και απαξίωση.

Με βάση τεκμηριωμένα στοιχεία ώριμων αγορών, όπως οι χρηματιστηριακές αγορές των ΗΠΑ, μεταξύ προθεσμιακών καταθέσεων, ομολόγων και μετοχικών αξιών τις υψηλότερες αποδόσεις εμφανίζουν οι τελευταίες. Οι στατιστικές αναλύσεις καλύπτουν χρονική περίοδο 75 ετών (1920-1995) και οι διαφορές αποδόσεων είναι σημαντικές. Ερευνα του έγκυρου χρηματοπιστωτικού οίκου MorgaStanley DeaWitter, η οποία εκπονήθηκε με βάση στοιχεία του επίσης έγκυρου οίκου ανάλυσης στατιστικών δεδομένων IbbotsoAssociates, οι μετοχές υπερτερούν σε απόδοση στις τρεις από τις τέσσερις χρονικές περιόδους υπό εξέταση. Η μόνη χρονική περίοδος όπου υστερούν σε απόδοση των ομολόγων, των επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία και των πολύτιμων μετάλλων είναι η περίοδος του κραχ και της μεγάλης ύφεσης (1929-1932), κατά την οποία οι επενδύσεις σε μετοχές με βάση το δείκτη S&P 500 Composite Index Total Returκαι προηγούμενους αυτού δείκτες, είχαν απώλειες 21,2% έναντι κερδών των ομολόγων 5%, απωλειών 3,9% των επενδύσεων σε ακίνητα και απωλειών 19,8% του αργύρου. Οι χρονικές περίοδοι υπό εξέταση είναι:

1) Περίοδος αποπληθωρισμού 1871-1896, 1892-1895, 1919-1922, 1929-1932, με μέση απόδοση 4 περιόδων -3,3% για τις μετοχές και 5,2% για τα ομόλογα.

2) Περίοδος σταθερότητας του τιμαρίθμου 1896-1900, 1921-1929, 1934-1940, 1952-1955 με μέση απόδοση 4 περιόδων 20,8% για τις μετοχές και 4,9% για τα ομόλογα.

3) Περίοδος σταθερότητας των τιμών και ήπιου πληθωρισμού 1885-1892, 1899-1915, 1942-1945, 1951-1965, 1982-2000 με μέση απόδοση 5 περιόδων 14,4% για τις μετοχές και 5,6% για τα ομόλογα.

4) Περίοδος υψηλού πληθωρισμού 1914-1919, 1945-1947, 1949-1951, 1965-1971, 1971-1981 με μέση απόδοση 5 περιόδων 12,1% για τις μετοχές και 3,1% για τα ομόλογα.

Το 2003 απεδείχθη τελικά καλός χρόνος για τις διεθνείς χρηματιστηριακές αγορές, με τους αμερικανικούς δείκτες S&P 500 και NASDAQ να καταγράφουν κέρδη κατά 38% και 58% αντίστοιχα. Τα χρηματιστήρια της Ευρώπης κατέγραψαν επίσης εντυπωσιακά κέρδη και το ερώτημα που γεννάται στον επενδυτή είναι τι μέλλει γενέσθαι το 2004.

Οι προοπτικές για το 2004 είναι καλές με βασικές συνισταμένες την παρατηρούμενη ανάκαμψη στην οικονομία των ΗΠΑ που σύμφωνα με τις προβλέψεις θα γνωρίσει αύξηση του ΑΕΠ κατά 4,4% το 2004. Σύμφωνα με τις προβλέψεις των αναλυτών, τα κέρδη των επιχειρήσεων του S&P 500 αναμένεται να κινηθούν υψηλότερα κατά 22% το τέταρτο 3μηνο του 2004. Η εξασθένηση του δολαρίου έναντι του ευρώ και του γιεν δημιουργεί αισιοδοξία για τα επαναπατριζόμενα κέρδη αμερικανικών πολυεθνικών. Τα επαναπατριζόμενα κέρδη αποτελούν τουλάχιστον το ένα πέμπτο των εταιρικών κερδών. Συνεπώς, τα κέρδη θα μπορούσαν να σημειώσουν μια βελτίωση της τάξεως του 2,5% ή $1,35 ανά μετοχή, σύμφωνα με εκτιμήσεις του Ed Yardeni, διεθνούς φήμης οικονομολόγου της Prudential Securities.