ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Μια συνεργασία με μονομερή ωφέλεια

Με περισσότερα από 4 δισ. ευρώ τον χρόνο πληρώνουν οι Ελληνες καταναλωτές -κυρίως οι καταθέτες- τη συνεργασία τους με τις τράπεζες. Ενα μεγάλο μέρος του ποσού αυτού προέρχεται από τις αρνητικές αποδόσεις που προσφέρουν οι χαμηλότοκες πλέον καταθέσεις και ένα άλλο από τις προμήθειες που επιβάλλουν οι τράπεζες σε όλες σχεδόν τις συναλλαγές – από κατάθεση μέχρι δάνειο.

Το επιχείρημα των τραπεζών είναι ότι κάθε υπηρεσία θα πρέπει να πληρώνεται και για τον λόγο αυτό θα πρέπει να επιβαρύνεται με το κόστος της αυτός που τη χρησιμοποιεί, ώστε να μην διαχέεται στο σύνολο των πελατών, π.χ. με τη μορφή υψηλότερων επιτοκίων στα δάνεια ή μικρότερων στις καταθέσεις. Ωστόσο, οι Ελληνες καταθέτες και δανειολήπτες επιβαρύνονται με υψηλότερη «ψαλίδα» επιτοκίων καταθέσεων και χορηγήσεων -σχεδόν διπλάσια- από εκείνη που ισχύει στη ζώνη του ευρώ. Αυτό σημαίνει μικρότερες αποδόσεις στις καταθέσεις, υψηλότερο κόστος δανεισμού για τον Ελληνα και μεγαλύτερο περιθώριο κέρδους για τις τράπεζες.

Την ίδια στιγμή, αρκετοί καταθέτες κινδυνεύουν αντί να δουν πιστωμένους τόκους στο βιβλιάριό τους, να δουν χρεώσεις. Για παράδειγμα, λογαριασμοί καταθέσεων κάτω των 1.000 ευρώ δεν τοκίζονται, ενώ σε υπόλοιπα κάτω των 300 ευρώ το εξάμηνο επιβάλλονται χρεώσεις που φτάνουν μέχρι 10 ευρώ το εξάμηνο! Οι λογαριασμοί αυτοί, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις τραπεζικών στελεχών, δεν αντιστοιχούν ούτε στο 3-5% των συνολικών καταθέσεων. Ομως, αντιστοιχούν σε απλήρωτους τόκους περίπου 50 εκατ. ευρώ τον χρόνο.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις τραπεζικών στελεχών, οι λογαριασμοί με καταθέσεις μικρών ποσών που δεν τοκίζονται ανέρχονται σε περίπου 2.000.000. Το ποσό τους, όμως, δεν ξεπερνά τα 3-5 δισ. ευρώ σε σύνολο καταθέσεων 78 δισ. ευρώ στο ταμιευτήριο. Σημειώνεται ότι οι συνολικές καταθέσεις (ταμιευτήριο, όψεως, προθεσμίας κ.λπ.) ξεπερνούν τα 150 δισ. ευρώ.

Παράλληλα, όποια συναλλαγή πραγματοποιηθεί στο ταμείο μιας τράπεζας επιβαρύνεται με προμήθεια. Μια απλή κατάθεση ενοικίου ή πληρωμή πιστωτικής κάρτας μπορεί να χρεωθεί με επιπλέον 1,5 ευρώ. Το ίδιο μπορεί να συμβεί όταν ο καταθέτης ζητήσει αντίγραφο λογαριασμού ή κάνει ανάληψη χρημάτων από ΑΤΜ άλλης τράπεζας. Αλλά και οι πάγιες εντολές εξόφλησης λογαριασμών (ΟΤΕ, ΔΕΗ κ.λπ.) χρεώνονται με περίπου 0,30 έως 0,8 ευρώ ανά πληρωμή.

Ακόμα και οι συναλλαγές μέσω εναλλακτικών δικτύων, όπως για παράδειγμα είναι το ίντερνετ (υπηρεσίες e-banking), έχουν χρεώσεις. Ενδεικτικά, μια μεταφορά χρημάτων σε άλλη τράπεζα κοστίζει περίπου 1,5 ευρώ.

Και όλες αυτές οι χρεώσεις έρχονται να προστεθούν στις ετήσιες συνδρομές των πιστωτικών καρτών και των ανοικτών δανείων και στα έξοδα έγκρισης και εκταμίευσης δανείων.

Μόνο μία μεγάλη τράπεζα το 2005 εισέπραξε από τους πελάτες της περίπου 85 εκατ. ευρώ για συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν στο γκισέ. Αξίζει να σημειωθεί ότι το ποσό αυτό ήταν λίγο μικρότερο από το αντίστοιχο του 2004, όχι διότι μειώθηκαν οι συνολικές συναλλαγές, αλλά επειδή αρκετοί χρησιμοποίησαν τα ηλεκτρονικά δίκτυα που έχουν μικρότερες χρεώσεις.

Μία άλλη μεγάλη ιδιωτική τράπεζα εισέπραξε πέρσι προμήθειες 56 εκατ. ευρώ μόνο για πιστωτικές κάρτες και για συναλλαγές επιπλέον 40 εκατ. ευρώ. Από δείγμα των έξι μεγαλύτερων τραπεζών (Εθνική, Alpha Bank, Emporiki, Eurobank, ATEBank και Πειραιώς) προκύπτει η εκτίμηση ότι στο σύνολο της τραπεζικής αγοράς οι καθαρές προμήθειες μόνο από συναλλαγές στα ταμεία των τραπεζών ανήλθαν πέρσι στα 250 εκατ. ευρώ. Επιπλέον, το σύνολο των αμοιβών και προμηθειών από τη λιανική τραπεζική (περιλαμβάνει αγορές και πωλήσεις αμοιβαίων κεφαλαίων, μετοχών, έγκριση δανείων, πιστωτικών καρτών κ.λπ.) υπολογίζεται σε 700 εκατ. ευρώ.

Τα έσοδα από προμήθειες αντιστοιχούν σχεδόν στο 30% των κερδών των τραπεζών ή στο ένα τρίτο των εσόδων από τη λιανική τραπεζική (έσοδα από τόκους, από προμήθειες κ.λπ.).

Την ίδια στιγμή ο πληθωρισμός, ο οποίος κινείται με ρυθμό 3,3% (υψηλότερος σχεδόν κατά 0,8 της μονάδας από εκείνο της Ε.Ε.) «ροκανίζει» τους τόκους από τις καταθέσεις. Με μέσο επιτόκιο 0,90% στις καταθέσεις, ο πληθωρισμός προκαλεί αμέσως αρνητική απόδοση 2,4%, η οποία «κοστίζει» στους καταθέτες περίπου 3,5-3,7 δισ. ευρώ το χρόνο.