ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Κλάδος δύο ταχυτήτων τα τρόφιμα – ποτά

Επιχειρήσεις δύο ταχυτήτων στον κλάδο των τροφίμων και ποτών, όπου αριθμητικά κυριαρχούν οι «μικρές», αλλά τα κέρδη βρίσκονται στα χέρια μιας εξαιρετικά ολιγάριθμης ομάδας εταιρειών. H υψηλή συμμετοχή εξάλλου των μικρών επιχειρήσεων -φαινόμενο που χαρακτηρίζει γενικά τις χώρες της Νότιας Ευρώπης-εξηγεί τις ουσιαστικές διαφορές που εμφανίζει ο κλάδος σε σχέση με τον «Ευρωπαίο ομόλογό» του και εντοπίζονται κυρίως στην αρκετά χαμηλότερη σε σχέση με τη μέση ευρωπαϊκή αποδοτικότητα και παραγωγικότητα. H διάρθρωση αυτή εξάλλου αποτελεί έναν από τους παράγοντες υστέρησης της εγχώριας βιομηχανίας τροφίμων και ποτών στα επίπεδα της εξωστρέφειας και της καινοτομίας. Γι’ αυτό και με κάθε ευκαιρία στελέχη του κλάδου επαναλαμβάνουν με έμφαση την ανάγκη συνεργασιών και συμμαχιών για τη δημιουργία ικανών μεγεθών που θα μπορούν με άλλον αέρα να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις του ανταγωνισμού.

Στον κλάδο των τροφίμων και ποτών, σύμφωνα με τα στοιχεία πρόσφατης μελέτης του IOBE, δραστηριοποιούνται 1.400 επιχειρήσεις εκ των οποίων το 76,5% είναι μικρές (έως 50 άτομα προσωπικό) και πραγματοποιούν το 22% του συνολικού κύκλου εργασιών και μόλις το 7% των συνολικών καθαρών αποτελεσμάτων. Στον αντίποδα, μόνο πενήντα επιχειρήσεις καλύπτουν το 71,8% των καθαρών αποτελεσμάτων και το 45,2% των πωλήσεων. Να σημειωθεί ότι ο κύκλος εργασιών του κλάδου αγγίζει τα 9 δισ. ευρώ και τα καθαρά κέρδη ξεπερνούν τα 674 εκατ. ευρώ. Ετσι στον κορυφαίο της ελληνικής μεταποίησης τομέα συνυπάρχουν «εξωστρεφείς αναπτυσσόμενες επιχειρήσεις που παρά τις δυσκολίες της αγοράς, διατηρούν ή και διευρύνουν το μερίδιο των πωλήσεων και των κερδών τους και βραδυπορούσες που αδυνατούν να αντεπεξέλθουν στο ραγδαία μεταβαλλόμενο ανταγωνιστικό περιβάλλον και εμφανίζονται ζημιογόνες».

Λόγω της υψηλής συμμετοχής του κλάδου σε όλα τα κρίσιμα μεγέθη της βιομηχανίας, οι όποιες εξελίξεις στα τρόφιμα καθορίζουν αποφασιστικά και χρωματίζουν τις εξελίξεις στο σύνολο της βιομηχανίας. Ετσι, σημειώνει το IOBE, ταχεία άνοδος στα τρόφιμα ωθεί σε άνοδο ολόκληρη τη βιομηχανία, ενώ αντίθετα κρίση στα τρόφιμα την συμπαρασύρει στην πτώση. H βιομηχανία τροφίμων καλύπτει το 25% του κύκλου εργασιών της μεταποίησης, το 22% (ήτοι 125.00 άτομα) των απασχολουμένων, ενώ οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται υπερβαίνουν σε αριθμό το 20% του συνόλου των βιομηχανικών επιχειρήσεων.

Η ελληνική βιομηχανία τροφίμων-ποτών συμπορεύεται σταδιακά σε μεγαλύτερο βαθμό με την ευρωπαϊκή και εξαρτάται όλο και περισσότερο από τις εξελίξεις στις ευρωπαϊκές αγορές παρά το γεγονός ότι η συμβολή της είναι εκ των πραγμάτων μικρή. Οπως στην Ελλάδα έτσι και σε ευρωπαϊκό επίπεδο ο κλάδος κυριαρχεί στη μεταποίηση, αποσπώντας το 14% του συνολικού κύκλου εργασιών. Οι πωλήσεις του σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ανέρχονται σε 815 δισ. ευρώ, απασχολώντας πλέον των 4 εκατ. εργαζομένων. Σχεδόν στο σύνολό τους οι επιχειρήσεις είναι μικρομεσαίες (279.000 σε σύνολο 282.000 εταιρειών) και απασχολούν το 61% των εργαζομένων του κλάδου πραγματοποιώντας το 49% των πωλήσεών του.

Η πορεία της ευρωπαϊκής βιομηχανίας τροφίμων-ποτών καθορίζεται από τις εξελίξεις στις οικονομίες της Γερμανίας, της Γαλλίας, του Ηνωμένου Βασιλείου σε πρώτο βαθμό, καθώς και της Ισπανίας και Ιταλίας σε δεύτερο βαθμό, αφού οι επιχειρήσεις του κλάδου στις χώρες αυτές συνεισφέρουν συνολικά πάνω από 70% της ακαθάριστης αξίας παραγωγής, της προστιθέμενης αξίας και της απασχόλησης του κλάδου σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Εξάλλου οι χώρες αυτές διαθέτουν και τις μεγαλύτερες αγορών ειδών διατροφής, αφού καλύπτουν περίπου το 80% της συνολικής καταναλωτικής δαπάνης σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Η μελέτη του IOBE προσδιορίζει τέσσερις ουσιαστικές διαφορές που παρουσιάζει η ελληνική σε σχέση με την ευρωπαϊκή βιομηχανία τροφίμων: το μέγεθος, η αποδοτικότητα και η παραγωγικότητα της μέσης επιχείρησης και ο συσχετισμός μικρών, μεσαίων και μεγάλων επιχειρήσεων. «Το 2004 η ελληνική επιχείρηση απασχολεί κατά μέσο όρο 60 άτομα, όταν η αντίστοιχη ευρωπαϊκή ξεπερνά τα 100 άτομα», σημειώνει χαρακτηριστικά.

Δύο είναι ίσως τα πλέον κρίσιμα στοιχήματα για τον κλάδο. Πρώτον, η ενίσχυση της εξωστρέφειάς του, η οποία πέρα από τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά του κλάδου, επηρεάζεται από το γενικότερο θεσμικό και οικονομικό περιβάλλον που «δημιουργεί προβλήματα στο σύνολο των εξαγωγών». Δεύτερον, η καινοτομία από τις ικανές και αναγκαίες συνθήκες στην κατεύθυνση διαφοροποίησης και ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων. Παρότι επενδύονται σημαντικά ποσά στον κλάδο κυρίως προς εκσυγχρονισμό, η ελληνική βιομηχανία τροφίμων-ποτών, όπως συμβαίνει και σε άλλους τομείς, φαίνεται να υστερεί σε καινοτομία. Οι λόγοι αναζητούνται στο μικρό μέγεθος των επιχειρήσεων και της αγοράς, σε διοικητικές και οργανωτικές ανεπάρκειες των επιχειρήσεων, σε μια γενικότερη νοοτροπία αποφυγής κινδύνου, αλλά και στο χαμηλό επίπεδο δικτύωσης των επιχειρήσεων, η οποία θα ενθάρρυνε την καινοτομία και την έρευνα και θα προωθούσε την εξωστρέφεια.