ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Σκληραίνουν οι όροι για τις ασφαλιστικές εταιρείες

Πολλαπλάσια εποπτικά κεφάλαια συνεπάγεται για τον ασφαλιστικό κλάδο η προσαρμογή στο νέο θεσμικό πλαίσιο για την κάλυψη του περιθωρίου φερεγγυότητας, γνωστού ως Solvency II. Το νέο εποπτικό πλαίσιο που θα πάρει τη μορφή οδηγίας το 2007, εκτιμάται ότι θα αποτελέσει ισχυρό crash test για τον ασφαλιστικό κλάδο και θα οδηγήσει στο κλείσιμο εκείνων των εταιρειών που δεν θα διαθέτουν τα αναγκαία κεφάλαια που θα τους εξασφαλίζουν την πολυπόθητη φερεγγυότητα.

Αν και η υποχρέωση προσαρμογής στους νέους κανόνες δεν αναμένεται πριν από τις αρχές του 2010, η πρόκληση για την ασφαλιστική αγορά, όπως παραδέχθηκε το σύνολο των ομιλητών στη χθεσινή ημερίδα που διοργάνωσε η Ενωση Ασφαλιστικών Εταιρειών σε συνεργασία με την ελεγκτική εταιρεία Ernst & Young, υπερβαίνει κατά πολύ το κόστος προσαρμογής στα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα, καθώς παραπέμπει σε υπέρογκες αυξήσεις κεφαλαίου.

Παρά επίσης το γεγονός ότι το σύνολο των ομιλητών υπεραμύνθηκε της πρόκλησης που καλείται να αντιμετωπίσει η ασφαλιστική αγορά, στον βαθμό που, όπως σημείωσε ο πρόεδρος της Ενωσης Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος κ. Δούκας Παλαιολόγος, «η φερεγγυότητα θα αποκτήσει τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά χαρακτηριστικά», είναι σαφές ότι η ασφαλιστική αγορά, σύμφωνα με τον γενικό γραμματέα της Ενωσης και πρόεδρο της Επιτροπής Λογιστικών και Φορολογικών Θεμάτων κ. Φωκίωνα Μπράβο, ανησυχεί για τις επιπτώσεις στα κεφάλαια των εταιρειών, που σύμφωνα με τις ίδιες εκτιμήσεις θα είναι «μεγάλες».

Η μετάβαση από τη σημερινή στατική προσέγγιση υπολογισμού του περιθωρίου φερεγγυότητας, την οποία περιέγραψε η γενική διευθύντρια της ΕΑΕΕ κ. Μαργαρίτα Αντωνάκη, στη νέα μέθοδο παραπέμπει, σύμφωνα με την κ. Δέσποινα Ξενάκη partner της Ernst & Young, στους αντίστοιχους κανόνες που θα ισχύσουν από το 2007 για τις τράπεζες μέσω της Βασιλείας (Basel II), καθώς αντίστοιχα η δομή του Solvency II βασίζεται σε τρεις πυλώνες. Η καινοτομία που εισάγει το νέο θεσμικό πλαίσιο, όπως αναλύθηκε από τον γενικό διευθυντή οικονομικών υπηρεσιών και αντιπρόεδρο της Επιτροπής Solvency της ΕΑΕΕ κ. Σταύρο Κωνσταντά, είναι «η εξαιρετική ευαισθησία στο ρίσκο», που για μεν τις εταιρείες ζωής μεταφράζεται σε αυξημένες κεφαλαιακές απαιτήσεις όταν η ασφαλιστική εταιρεία είναι εκτεθειμένη σε υψηλό κίνδυνο αγοράς (π.χ. επιτοκιακό κίνδυνο, επενδύσεις σε εταιρικά ομόλογα ή μετοχές), ενώ για τις εταιρείες γενικών ασφαλίσεων η αυξημένη κεφαλαιακή απαίτηση απορρέει από την ανάληψη καταστροφικών κυρίως κινδύνων.

Ο αναπληρωτής γενικός διευθυντής της Εθνικής Ασφαλιστικής και μέλος της Επιτροπής Solvency II κ. Ιωάννης Βασιλάτος εμφανίστηκε πάντως καθησυχαστικός, επικεντρώνοντας στην ευκαιρία που θα δοθεί για τις ελληνικές ασφαλιστικές εταιρείες να καλύψουν το χάσμα με την ευρωπαϊκή αγορά, προειδοποίησε ωστόσο ότι από το νέο περιβάλλον θα ωφεληθούν οι εταιρείες «που διαφοροποιούν και τιμολογούν ορθολογικά τους κινδύνους και φυσικά προετοιμάζονται έγκαιρα και εκτενώς».