ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Οι γαλακτοβιομηχανίες ενώπιον τεκμηριωμένων παραβάσεων

H ώρα της αλήθειας για τη γαλακτοβιομηχανία έφτασε, αφού αύριο θα λάβει γνώση της πολυσυζητημένης εισήγησης της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού, που κατα πληροφορίες τεκμηριώνει σοβαρές παραβάσεις του δικαίου του ανταγωνισμού στην αγορά γάλακτος. Πρόκειται ίσως για τη μεγαλύτερη υπόθεση που εισάγεται μέχρι σήμερα προς εκδίκαση -έχει προσδιορισθεί για τις αρχές Φεβρουαρίου- στην Ολομέλεια της Επιτροπής Ανταγωνισμού, όχι μόνο για το μέγεθος και τη σημαντική παρουσία που έχουν οι εγκαλούμενες εταιρείες στον κλάδο των τροφίμων γενικότερα, αλλά και για τη σημασία που έχει η συγκεκριμένη αγορά, αφού το γάλα είναι είδος πρώτης ανάγκης για τον καταναλωτή. Οι κλητεύσεις έγιναν αργά το μεσημέρι της περασμένης Παρασκευής και στελέχη επιχειρήσεων δεν έκρυβαν την αγωνία τους για το περιεχόμενο της εισήγησης.

Ποιες παραβάσεις τεκμηριώνει η Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού; Πόσο σοβαρές τις χαρακτηρίζει; Πόσες και ποιες εταιρείες βαρύνονται περισσότερο; Αποδεικνύεται εάν κάποια εταιρεία καθοδηγούσε και προέτρεπε για συγκεκριμένες ενέργειες; Πώς θα αντιμετωπιστεί η Μεβγάλ η οποία είχε αιτηθεί την εισαγωγή της στο πρόγραμμα επιείκειας;

Είναι μερικά από τα ερωτήματα που θα απαντηθούν από τη γνωστοποίηση της εισήγησης, η οποία αν μη τι άλλο θα δίνει και μια σαφέστατη εικόνα για το κατά πόσον οι παραβάσεις του ανταγωνισμού επηρεάζουν και την τελική τιμή του γάλακτος που αγοράζει ο καταναλωτής.

Για την έρευνα, την αξιολόγηση των ευρημάτων και τη συνταξή της χρειάσθηκαν περίπου πέντε μήνες, ενώ η ομάδα της Επιτροπής που την είχε αναλάβει εξέτασε περισσότερες απο 10.000 σελίδες στοιχείων, εργαζόμενη συχνότατα και εκτός του τυπικού ωραρίου. Και το ζητούμενο, παρά την πίεση του χρόνου, ήταν να είναι σε κάθε περίπτωση απολύτως τεκμηριωμένη και «δεμένη νομικά». O αυτεπάγγελτος έλεγχος σε εκτεταμένη κλίμακα πραγματοποιήθηκε στις 6 και 7 Ιουνίου σε επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον κλάδο του γάλακτος σε Αττική, Θεσσαλία, Θεσσαλονίκη, Φλώρινα και Κοζάνη, ενώ ένα χρόνο πριν το «θέμα γάλα» είχε αναδειχθεί μέσω σειράς άρθρων και ρεπορτάζ της «K».

H Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού διερευνούσε ενδεχόμενη οριζόντια σύμπραξη μεταξύ βιομηχανιών γάλακτος όσον αφορά την τιμολογιακή τους πολιτική και τις σχέσεις τους με τους κτηνοτρόφους. Οι οριζόντιοι περιορισμοί που αφορούν καθορισμό τιμών, η κατανομή αγορών, οι περιορισμοί της παραγωγής, αλλά και ορισμένες περιπτώσεις κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης, αποτελούν τις πιο σοβαρές παραβάσεις του δικαίου του ανταγωνισμού και οπως έχει ανακοινώσει από τον Μάιο η Επιτροπή Ανταγωνισμού «θα τιμωρούνται αυστηρά και παραδειγματικά». Για τούτες τις περιπτώσεις το πρόστιμο μπορεί να φθάνει στο 30% των ακαθάριστων εσόδων μιας επιχείρησης από προϊόντα που αφορούν την παράβαση, υπολογίζεται αθροιστικά για κάθε έτος της παράβασης, με το τελικό ποσό όμως να μην υπερβαίνει το 15% των εσόδων χρήσης μιας εταιρείας.

Βεβαίως, στη διάρκεια της έρευνας προέκυψαν ενδείξεις για στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό που επηρεάζουν την τελική τιμή του προϊόντος που ισχυροποιήθηκαν από τις «εφόδους» που πραγματοποίησαν υπάλληλοι της Επιτροπής μεταξύ 15 και 20 Νοεμβρίου. H προσθήκη τους στην υπό κατάρτιση εισήγηση ήταν και λόγος που η γνωστοποίηση του πορίσματος γίνεται τώρα και όχι στις 30 Νοεμβρίου, όπως αρχικώς είχε δεσμευθεί ο πρόεδρος της Επιτροπής κ. Σπ. Ζησιμόπουλος.

Δεν είναι η πρώτη φορά που το θέμα γάλα απασχολεί την Ανεξάρτητη Αρχή. Στις 28 Ιανουαρίου του 1997, η τότε υπουργός Ανάπτυξης κ. Βάσω Παπανδρέου είχε ζητήσει από την Επιτροπή να ερευνήσει την κοστολόγηση του αγελαδινού γάλακτος από τις μεγάλες βιομηχανίες, καθώς και το ολιγοπωλιακό καθεστώς στην αγορά του αγελαδινού γάλακτος, αποδεχόμενη σχετική πρόταση του τότε υπουργού Γεωργίας κ. Στ. Τζουμάκα. Σύμφωνα με την επιστολή Τζουμάκα, τότε οι μεταποιητικές βιομηχανίες έδιναν 90 -100 δρχ./κιλό στον παραγωγό και η τελική τιμή έφθανε στις 320 δρχ. το λίτρο. O κοστολογικός έλεγχος έδειξε ότι οι τιμές για το 1995 και το 1996 ήταν αιτιολογημένες.