ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Σήμερα τίθενται οι βάσεις για ένα καλύτερο μέλλον

Κάθε οικονομική ή κοινωνική ομάδα, άτομα, επιχειρήσεις και κράτη, βιώνουν σήμερα μια πραγματικότητα, που αποτελεί συνέχεια και αποτέλεσμα των παρελθουσών ενεργειών τους. Συνετές αποφάσεις, όπως σωστή χρήση των πόρων, αποταμίευση για τις δύσκολες ημέρες που είναι βέβαιο ότι θα έρθουν, επενδύσεις στον ανθρώπινο παράγοντα μέσω της εκπαίδευσης, μακροπρόθεσμες στρατηγικές που θα λαμβάνουν υπ’ όψιν τις ανάγκες των ατόμων, της κοινωνίας, αλλά ιδιαίτερα τις μελλοντικές γενεές, είναι αποφάσεις που θα οδηγήσουν την κοινωνία σε ένα ανώτερο επίπεδο οικονομικής και πνευματικής ευημερίας.

Αντίθετα, ανεύθυνες βραχυπρόθεσμες συμπεριφορές και αποφάσεις όπως κατασπατάληση των πόρων, κακή χρήση του υπέρμετρου δανεισμού, αναβολή στη λύση των προβλημάτων λόγω πολιτικού κόστους, θα οδηγήσουν μακροπρόθεσμα σε χειροτέρευση της θέσης των ατόμων, της κοινωνίας ολόκληρης, αλλά ιδιαίτερα των μελλοντικών γενεών. Η κατανόηση των ανωτέρω αυτονόητων σκέψεων είναι ιδιαίτερα σημαντική για τον προβληματισμό και τον διάλογο για την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας.

Μέσα από αυτό το πρίσμα και με βάση τους περιορισμούς ενός σύντομου άρθρου, θα επιχειρήσουμε να ερμηνεύσουμε την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας σήμερα, μέσα από την πορεία του Χρηματιστηρίου που, ως γνωστόν, αποτελεί τον πιο ευαίσθητο δείκτη των μελλοντικών εξελίξεων μιας χώρας.

Οι σύγχρονες τάσεις στη χρηματοοικονομική θεωρία αναδεικνύουν τον ρόλο της ασύμμετρης πληροφόρησης (asymmetric information) στη διαμόρφωση των τιμών των μετοχών. Ας θεωρήσουμε προς στιγμήν και για λόγους απλούστευσης ότι μια χρηματιστηριακή αγορά αποτελείται από δύο κυρίως ομάδες επενδυτών, με κριτήριο την ποιότητα και την ποσότητα της πληροφόρησης την οποία κατέχουν: Η μια ομάδα είναι οι μικροεπενδυτές και η άλλη ομάδα οι εγχώριοι διαχειριστές Α/Κ αλλά κυρίως οι ξένοι θεσμικοί.

Η επικράτηση των μικροεπενδυτών σε μια χρηματιστηριακή αγορά οδηγεί σε στρέβλωση των τιμών, είτε προς τα πάνω είτε προς τα κάτω, επειδή προκαλούν «θορύβους» στις τιμές των μετοχών (εξ ου και ο όρος noise traders για τους μικροεπενδυτές), αδυνατούν να τις τιμολογήσουν σωστά (fair pricing), λόγω υπεραντίδρασης (overreaction) ή υποαντίδρασης (underreaction) στα δημοσιεύματα του Τύπου (media response).

Τα παραδείγματα του 1999 και του 2003 καταγράφονται στην ιστορία της ελληνικής κεφαλαιαγοράς ως περιπτώσεις έντονης υπεραντίδρασης και υποαντίδρασης αντίστοιχα.

Αντίθετα, σε αγορές όπου κυριαρχούν οι θεσμικοί επενδυτές, οι μετοχές διαπραγματεύονται σε πιο δίκαιες τιμές, αφού οι συμμετέχοντες έχουν καλύτερη γνώση της αγοράς, των μελλοντικών προοπτικών των εταιρειών και της οικονομίας όπου αυτές δραστηριοποιούνται. Προφανώς, η προηγούμενη προσέγγιση δεν είναι απόλυτη, αφού οι διεθνείς μελέτες έχουν δείξει ότι και οι fund managers πολλές φορές αντιδρούν ως αγέλη (herding).

Τα βασικά χαρακτηριστικά του Χρηματιστηρίου σήμερα είναι η απουσία μικροεπενδυτών τόσο άμεσα, όσο και έμμεσα μέσω των εγχώριων μετοχικών Α/Κ, η σχετική σταθερότητα των τιμών των μετοχών κατά την τελευταία τριετία και η αυξημένη παρουσία ξένων θεσμικών επενδυτών, η οποία είναι έντονη σε εταιρείες όπου υπήρξε ή θα υπάρξει θεσμική μεταβολή (ΕΤΕ, ΟΤΕ, ΟΠΑΠ, ΔΕΗ, Εμπορική, λιμάνια κ.λπ.).

Ενας μικροεπενδυτής με βάση τις περιορισμένες πληροφορίες που κατέχει, θα θεωρήσει τη σημερινή οικονομική κατάσταση χειρότερη του παρελθόντος, επειδή δυσκολεύεται να πληρώσει τα παρελθόντα δάνεια που έχει αναλάβει (πίνακας 1) για να διατηρήσει την αγοραστική του δύναμη, η οποία επλήγη από τις απώλειες του Χρηματιστηρίου το ’99. Την ίδια στιγμή, ένας έμπειρος fund manager θα ερμηνεύσει την ιδιωτικοποίηση της Εμπορικής, την επιτυχή είσοδο του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου στο Χρηματιστήριο και τη μελλοντική ιδιωτικοποίηση του ΟΤΕ, όχι ως εισπρακτικές πρακτικές αναγκαίων αποπληρωμών χρεών του παρελθόντος (πίνακας 2), αλλά ως δομικές μεταρρυθμίσεις που θα βελτιώσουν την ποιότητα ζωής των επόμενων γενεών μέσω: Της μείωσης του χρέους που θα επωμίζονταν, της αύξησης της παραγωγικότητας και της ενδυνάμωσης της ανταγωνιστικότητας. Ως εκ τούτου, τοποθετείται στις μετοχές αυτές προεξοφλώντας την καλύτερη μελλοντική κατάσταση της οικονομίας. Θα πρέπει να τονισθεί ότι ανάμεσα στους μακροπρόθεσμους θεσμικούς επενδυτές περιλαμβάνονται και κερδοσκοπικά hedge funds, τα οποία όμως δεν είναι διατεθειμένα να πληρώσουν υπερτιμημένους τίτλους, αλλά ούτε να αποχωρήσουν εφόσον συνεχιστεί η επιτυχημένη οικονομική πολιτική. Η παρατηρηθείσα αύξηση των εξαγωγών, η ενδυνάμωση της τουριστικής βιομηχανίας, οι θεσμικές μεταβολές, οι αποκρατικοποιήσεις που με το κατάλληλο management θα οδηγήσουν στην εκμετάλλευση της στρατηγικής θέσης της Ελλάδας, είναι τα πρώτα δείγματα μιας σταθερής οικονομικής πολιτικής, που ύστερα από χρόνια υλοποιείται στη χώρα μας. Σήμερα -μέσα από δύσκολες καταστάσεις- τίθενται οι βάσεις για ένα καλύτερο μέλλον!

(*) Επίκουρος καθηγητής Πανεπιστημίου Πειραιώς, τμήμα Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων.