ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Μειώνεται η κατανάλωση φυτοπροστατευτικών προϊόντων

Σταδιακή συρρίκνωση παρουσιάζει τα τελευταία χρόνια η εγχώρια αγορά φυτοπροστατευτικών προϊόντων, από 199,3 εκατ. ευρώ το 2004 σε 184,6 εκατ. ευρώ το 2005 και 155 εκατ. ευρώ για το 2006, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη της Ηellastat.

Οπως επισημαίνεται στη μελέτη, οι προοπτικές του κλάδου της φυτοπροστασίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την πορεία του γεωργικού τομέα καθώς, οι καλλιεργούμενες εκτάσεις και οι ακολουθούμενες καλλιεργητικές πρακτικές αποτελούν βασικούς παράγοντες για την εξέλιξη του εξεταζόμενου κλάδου. Η κατάσταση, ωστόσο, που διαμορφώνεται στο γεωργικό τομέα δεν επιτρέπει την εξαγωγή ιδιαίτερα αισιόδοξων συμπερασμάτων για τη μελλοντική πορεία της φυτοπροστασίας στην Ελλάδα.

Συρρίκνωση αγοράς

Σύμφωνα με εκπροσώπους των επιχειρήσεων του κλάδου, οι κύριοι παράγοντες της ύφεσης είναι η σταδιακή συρρίκνωση της αγοράς, λόγω της επίδρασης θεσμικών παραγόντων, όπως η εφαρμογή της νέας Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ), οι εισαγωγές παράνομων φυτοφαρμάκων, μη εγκεκριμένων και αμφιβόλου ποιότητας από τρίτες χώρες, οι οποίες επιδρούν αρνητικά στον κλάδο, αφού δεν υφίσταται εγχώρια πρωτογενής παραγωγή προϊόντων φυτοπροστασίας που δημιουργεί σημαντική εξάρτηση από το εξωτερικό, ενώ οι ανοδικές τιμές του πετρελαίου αυξάνουν τις τιμές των πρώτων υλών και μειώνουν τα περιθώρια κέρδους. Βραχυπρόθεσμα, ωστόσο, οι ενεργειακές καλλιέργειες θα δώσουν μια προσωρινή διέξοδο στον κλάδο, χωρίς όμως οι μακροπρόθεσμες προοπτικές δεν μπορούν να προβλεφθούν.

Εντούτοις, ο κλάδος συγκεντρώνει ευκαιρίες και προοπτικές που μπορούν να τον οδηγήσουν σε θετική πορεία, όπως η επέκταση της προϊοντικής βάσης των εταιρειών με φυτοπροστατευτικά προϊόντα κατάλληλα για βιολογική γεωργία, η βελτίωση του θεσμικού πλαισίου για τα MRLs σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο και η εισαγωγή καινοτομιών για τη βελτίωση των προϊόντων και την αποτελεσματικότερη διαχείριση των κινδύνων που απειλούν τις καλλιέργειες. Επίσης, θα ωφελήσουν συνεργασίες με πολυεθνικές εταιρείες στην έρευνα και την ανάπτυξη νέων προϊόντων, η αύξηση της ζήτησης στους τομείς των ελαιοκαλλιεργειών, θερμοκαλλιεργειών, δενδροκαλλιεργειών και κηπευτικών και η καλύτερη οργάνωση και ενημέρωση των καλλιεργητών.