ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Η 10η πιο ακριβή χώρα της Ε.Ε. στις χρεώσεις τραπεζών είναι η Ελλάδα

Αδιαφάνεια και σχετικά υψηλές χρεώσεις χαρακτηρίζουν τις σχέσεις των ελληνικών τραπεζών με τους πελάτες τους, σύμφωνα με έρευνα που πραγματοποιήθηκε κατ’ εντολήν της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία ο Ελληνας καταθέτης επιβαρύνεται κατά μέσο όρο με 54 ευρώ ετησίως για τη χρήση τρεχούμενου τραπεζικού λογαριασμού.

Αυτά τα 54 ευρώ κατατάσσουν τη χώρα σε εκείνες με «σχετικά υψηλές» χρεώσεις οι οποίες μάλιστα επιβαρύνονται ιδιαίτερα από τις κρατήσεις των τραπεζών για κάθε έμβασμα ή άλλη μεταφορά χρήματος από τον λογαριασμό του καταθέτη προς άλλο λογαριασμό.

Ετσι, η Ελλάδα είναι η δέκατη πιο ακριβή χώρα στην Ε.Ε. για τις τραπεζικές συναλλαγές, κάτι το οποίο οφείλεται κυρίως στο υψηλό κόστος μεταφοράς χρημάτων (π.χ. προμήθειες).

Το άλλο στοιχείο της ελληνικής τραπεζικής αγοράς είναι η αδιαφάνεια σε ό,τι αφορά τις χρεώσεις που επιβάλλουν στους πελάτες τους. Οπως σημειώνεται στην έκθεση, για την έρευνα έγινε προσπάθεια να χρησιμοποιηθούν στοιχεία από επτά τράπεζες. Ομως μία δεν συνεργάσθηκε καθόλου, ενώ από τις υπόλοιπες έξι που πράγματι έστειλαν στοιχεία, οι πέντε χρειάσθηκε να οχληθούν εκ νέου από τους ειδικευμένους στα τραπεζικά συντάκτες της έρευνας για διευκρινίσεις και λεπτομέρειες, καθώς τα στοιχεία που έλαβαν από τις τράπεζες ή εντόπισαν στις ιστοσελίδες τους ήταν ακατανόητα ακόμα και γι’ αυτούς.

Τούτο σε ένα αρκετά ανταγωνιστικό τοπίο στο οποίο οι πελάτες αλλάζουν συχνά τράπεζα εις άγραν καλύτερων όρων, με περίπου το 12% να έχει αλλάξει στη διετία 2007-2008 έναντι ευρωπαϊκού μέσου όρου 9% σύμφωνα με σφυγμομέτρηση που επικαλείται η έκθεση. Ωστόσο, αυτές οι αλλαγές διεξάγονται υπό συνθήκες αδιαφάνειας και μόνο οι μισοί από όσους το έπραξαν δήλωσαν ότι επωφελήθηκαν από την αλλαγή με χαμηλότερες χρεώσεις.

Σε ό,τι αφορά τις καθαυτό συναλλαγές, υψηλή παραμένει στην Ελλάδα η συχνότητα συναλλαγών στον «γκισέ» των τραπεζών έναντι ηλεκτρονικών μορφών πληρωμής που είναι ευρύτατα διαδεδομένες στην Ευρώπη αλλά σπάνιες στη χώρα, όπως άλλωστε προδίδουν και οι κολοσσιαίες ουρές σε σχεδόν κάθε υποκατάστημα τράπεζας απανταχού της επικρατείας αλλά και η κουρελοειδής εμφάνιση των ελληνικών χαρτονομισμάτων.

Ετσι αν στις περισσότερες χώρες οι συναλλαγές με χρεωστικές κάρτες, με άλλα λόγια η χρήση των τραπεζικών καρτών όχι μόνο για αναλήψεις ή καταθέσεις στα τραπεζικά ΑΤΜ αλλά και για σχεδόν κάθε αγορά του κατόχου της, με το αντίτιμο της αγοράς να αφαιρείται κατ’ ευθείαν από τον τραπεζικό λογαριασμό του (και δεν αποτελεί έντοκο δάνειο όπως χρήση πιστωτικής κάρτας), είναι ουσιαστικά ανύπαρκτες στην Ελλάδα.

Είναι αντιθέτως εξαιρετικά διαδεδομένες, ενίοτε περισσότερο από τις συναλλαγές με ρευστό στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες και είναι ενδεικτικό ότι σύμφωνα με την έρευνα, κατά μέσον όρο κατά κεφαλήν του πληθυσμού αντιστοιχεί μόλις μία τέτοια συναλλαγή ετησίως έναντι 46 στην Ενωση γενικά και 53 στα 15 παλαιότερα και πιο ανεπτυγμένα κράτη-μέλη της Ενωσης. Για δε τις ιδίου τύπου συναλλαγές μέσω Ιντερνετ το ελληνικό «σκορ» είναι ακριβώς μηδέν.

Μεγάλη χρήση των ΑΤΜ για αναλήψεις

Παρεμφερές χαρακτηριστικό της ελληνικής τραπεζικής αγοράς, όσον αφορά τον καταθέτη ως καταναλωτή, είναι η μεγάλη χρήση των ΑΤΜ, για αναλήψεις ρευστού, που σε αξία είναι σχεδόν διπλάσιες του ευρωπαϊκού μέσου όρου (17% του ΑΕΠ έναντι 8% στους «27» της Ενωσης και 7% στους «παλαιούς 15») και, ακόμα περισσότερο, για αναλήψεις και καταθέσεις στο γκισέ, που με 42% και 21% του ΑΕΠ αντίστοιχα είναι σχεδόν τριπλάσιες σε αξία από εκείνες στην υπόλοιπη Ευρώπη. Συνολικά, το 53% όλων των συναλλαγών των τραπεζών με τους πελάτες τους πραγματοποιείται ακόμα στο γκισέ, και όχι ηλεκτρονικά.

Τούτο, συνδυαζόμενο με την προφανή ταλαιπωρία της ουράς, τη γενικευμένη χρήση «ρευστού» χρήματος από τους καταναλωτές, αλλά ίσως και το σχετικά υψηλό κόστος κάθε τραπεζικής συναλλαγής έχει και μία άλλη συνέπεια: ο ίδιος ο αριθμός των συναλλαγών των πελατών στο γκισέ είναι μεταξύ των τριών μικρότερων στην Ευρώπη.