ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Περιορίζεται η κατανάλωση χυμών

Η συνολική κατανάλωση χυμών και αναψυκτικών παρουσίασε ελαφρά μείωση την τελευταία διετία, σύμφωνα με κλαδική μελέτη της ICAP. Ο εν λόγω κλάδος ελέγχεται από λίγες μεγάλου μεγέθους εταιρείες. Ωστόσο, στην ελληνική αγορά δραστηριοποιούνται και άλλες επιχειρήσεις μικρομεσαίου μεγέθους, ορισμένες εκ των οποίων έχουν επεκτείνει τα τελευταία χρόνια το δίκτυο πωλήσεών τους σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια, ενώ οι υπόλοιπες δραστηριοποιούνται κυρίως στην τοπική αγορά.

Οι συνθήκες έντονου ανταγωνισμού, οι οποίες επικρατούν στον κλάδο των χυμών – αναψυκτικών, οδηγεί τις επιχειρήσεις αφενός στην πραγματοποίηση υψηλών δαπανών για διαφήμιση προκειμένου να ενισχύσουν την αναγνωρισιμότητα των εμπορικών τους σημάτων (παλαιών και νέων) και να διατηρήσουν ή/και να αυξήσουν το μερίδιο αγοράς τους και αφετέρου, στην παρουσίαση νέων προϊόντων (π.χ. χυμοί με νέες γεύσεις εμπλουτισμένοι με βιταμίνες και ιχνοστοιχεία, νέα ισοτονικά – αθλητικά – ενεργειακά ποτά, αναψυκτικά τύπου «light» σε διάφορες γεύσεις, κ.ά.).

Ο όγκος της εγχώριας κατανάλωσης χυμών ακολούθησε, σε γενικές γραμμές, ανοδική πορεία κατά τη διάρκεια της περιόδου 1990-2008, με μέσο ετήσιο ρυθμό μεταβολής 4,15%. Ωστόσο, το 2009, η εγχώρια κατανάλωση χυμών παρουσίασε μικρή πτώση (2009/08: -1,2%), η οποία εκτιμάται ότι συνεχίστηκε και το 2010 (2010/09: -5,7%). Πτωτικές τάσεις παρουσιάζει τα τελευταία χρόνια η συνολική κατανάλωση αναψυκτικών. Ειδικότερα, το 2010 σημειώθηκε περαιτέρω μείωση της κατανάλωσης κατά 4,6% (2009/08: -1,5%).

Η ζήτηση τόσο στους χυμούς όσο και στα αναψυκτικά καλύπτεται κατά κύριο λόγο από την εγχώρια παραγωγή, οι δε εισαγωγές κάλυψαν μόλις το 2,3% και το 5,8% της συνολικής εγχώριας κατανάλωσης χυμών και αναψυκτικών, το 2009, αντίστοιχα. Η εξαγωγική επίδοση των εξεταζομένων προϊόντων κυμάνθηκε, επίσης, σε χαμηλά επίπεδα και διαμορφώθηκε σε 9,6% και 4% αντίστοιχα, το 2009.