ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

«Προπόνηση» με… εικονική νόηση για τα ηγετικά στελέχη των επιχειρήσεων

«Ενας υποψήφιος τενίστας εντάσσεται σε ένα τμήμα εκπαίδευσης προκειμένου να μάθει τις τεχνικές και το πώς παίζεται το άθλημα που τον ενδιαφέρει. Οι εκπαιδευτές του, μέσα από τις εντυπωσιακές παρουσιάσεις τους σε Powerpoint, του διδάσκουν τα πάντα: πώς να «σερβίρει» με το δεξί και με το αριστερό χέρι, τις κινήσεις των ποδιών, πώς να ξεπερνά το δίχτυ και πολλά αλλά. Οι εκπαιδευτές είναι υπέροχοι και διανθίζουν την παρουσίασή τους και με παραδείγματα από πρωταγωνιστές του τένις. Με δεδομένο ότι ο εκπαιδευόμενος είναι δυνατός και σε καλή φυσική κατάσταση, εσείς τι πιστεύετε, τώρα που έμαθε τα πάντα για το τένις έγινε πλέον και ένας καλός τενίστας; Προφανώς, όχι».

Με το γλαφυρό αυτό παράδειγμα, ο καθηγητής Διεθνούς Διοίκησης και Οργανωσιακής Συμπεριφοράς του Πανεπιστήμιου Durham της Βρετανίας ο κ. Νίκος Μποζιονέλος μας εισάγει σε ένα θεμελιώδες πρόβλημα στην εκπαίδευση των στελεχών, που είναι η μεταφορά δεξιοτήτων. Δηλαδή, τις δεξιότητες που διδάσκονται και θεωρητικά τις έχουν κατανοήσει απολύτως, πως μπορούν να τις μεταφέρουν αποτελεσματικά στις πραγματικές εργασιακές συνθήκες τους. Για παράδειγμα, ένα στέλεχος μεσαίου βαθμού που παρακολουθεί προγράμματα για την ανάπτυξη των ηγετικών δεξιοτήτων του, πώς μπορεί να χρησιμοποιήσει αυτά που έμαθε είτε στη διοίκηση των υφισταμένων του είτε στις επαφές με τους συναδέλφους, προϊσταμένους, μέτοχους, πελάτες είτε συνεργάτες;

Εκπαίδευση

«Δυστυχώς, η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν είναι ούτε μερικώς θετική», απαντά ο κ. Μποζιονέλος. Και αποκαλύπτει ότι αυτό είναι κάτι που το γνωρίζουν καλά οι ειδικοί επιστήμονες όπως και οι σύμβουλοι και εκπαιδευτές. Αλλωστε και οι έρευνες έχουν δείξει, ότι οι δεξιότητες που αποκτώνται από την εκπαίδευση, εφαρμόζονται με συνέπεια στον εργασιακό χώρο, λιγότερο από 30%. Ενας από τους βασικούς λόγους για το πρόβλημα αυτό είναι η έλλειψη «προπόνησης». Δηλαδή, η έλλειψη αρκετών επαναλήψεων στις συμπεριφορές αυτές, τις οποίες στοχεύουμε να μάθουν οι εκπαιδευόμενοί μας. «Οταν μιλάμε για δεξιότητες στην εκπαίδευση και ανάπτυξη των στελεχών, αναφερόμαστε κυρίως σε μορφές συμπεριφοράς – δηλαδή πώς προσεγγίζονται οι υφιστάμενοι, πώς παρουσιάζονται οι ιδέες, πώς να αποφασίζουν είτε πώς να αντιδρούν σε περίπτωση κρίσης κ.ά. Οι δεξιότητες αυτές είναι ιδιαίτερα δύσκολο να εμπεδωθούν και ακόμη πιο δύσκολο να εφαρμοστούν υπό πραγματικές συνθήκες» σε αντίθεση με την εφαρμογή δεξιοτήτων «γνωστικού τύπου» (όπως είναι οι συλλογιστικές τεχνικές, προγραμματισμός λογισμικού κ.ά.).

Η επιστροφή

Ετσι, αυτό που συμβαίνει τις περισσότερες φορές είναι, όταν τα εκπαιδευμένα στελέχη επιστρέψουν στο εργασιακό περιβάλλον τους, εγκαταλείπουν την ιδέα να προσπαθήσουν να εφαρμόσουν τις όποιες νέες προσεγγίσεις είτε τεχνικές διδάχτηκαν και επιστρέφουν στις προσεγγίσεις με τις οποίες τόσο οι ίδιοι όσο και οι άλλοι -υφιστάμενοι, συνάδελφοι, προϊστάμενοι, συνεργάτες, πελάτες- νιώθουν πιο άνετα. Ο κ. Μποζιονέλος μας επισημαίνει ότι το πρόβλημα είναι ιδιαιτέρως έντονο στην περίπτωση της εκπαίδευσης των στελεχών «στην κομβική περιοχή του ηγετικού ρόλου» και σε δεξιότητες που αναφέρονται ως «ρευστής» (soft) φύσης. Ακριβώς, επειδή η συνειδητή γνώση του τι πρέπει να κάνουμε, δεν είναι επαρκής για να εφαρμόσουμε την όποια γνώση μας στην πράξη.

Οι συγκεκριμένες συμπεριφορές που απαιτεί η αποτελεσματικότητα του ηγετικού ρόλου, χρειάζονται εκτενή εξάσκηση ώστε να εκτελούνται με φυσικό τρόπο και σε συνεπή βάση. Ωστόσο, μεγάλη πίεση εξασκούν και δυο άλλοι παράγοντες οι οποίοι πολλές φορές υπερτερούν της όποιας θέλησης έχουν τα στελέχη για να εφαρμόσουν ό,τι έμαθαν στην εκπαίδευση. Ο ένας είναι όταν αντίκεινται στον χαρακτήρα τους – κάτι που είναι πολύ δύσκολο να αλλάξει. Και ο άλλος, οι εξωτερικές συνθήκες, όπως η κουλτούρα του τμήματος που εργάζονται. Στο σημείο αυτό ο κ. Μποζιονέλος μας μυεί στα πλεονεκτήματα της Μεθόδου της Εικονικής Νόησης (Mental Imagery) και στην ενσωμάτωση των τεχνικών της στην ανάπτυξη των στελεχών. Καταρχήν η έμπνευση για την επιστράτευση της Εικονικής Μύησης στην εκπαίδευση των στελεχών, ξεκίνησε από την προπόνηση των αθλητών όπου και χρησιμοποιείται εκτενώς. Οπως έχουν δείξει επιστημονικά πειράματα, για τον εγκέφαλο, δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ πραγματικής και νοητικής εκτέλεσης μιας πράξης, υπό συνθήκες ισχυρής νοητικής συγκέντρωσης. Μάλιστα, ένα εύρημα των επιστημόνων είναι ότι «το να σκεπτόμαστε έντονα ότι εκτελούμε ένα πρόγραμμα άρσης βαρών, έχει ως αποτέλεσμα αύξηση του μυϊκού όγκου, ανάλογη με την αύξηση που επιτυγχάνεται όταν εκτελούμε το πρόγραμμα στην πραγματικότητα».

Επαναλήψεις

Η εφαρμογή της Εικονικής Νόησης στην εκπαίδευση σημαίνει ότι ο εκπαιδευμένος εκτελεί νοητά τις μορφές συμπεριφοράς που επιθυμεί να μάθει. Οι επαναλήψεις είναι απαραίτητες έως ότου αποτυπωθούν ουσιαστικά οι ενέργειες οι οποίες και εκτελούνται πλέον χωρίς συνειδητή σκέψη. «Σε τελική ανάλυση, αυτό σημαίνει ότι οι συνθήκες του εξωτερικού περιβάλλοντος θα θέσουν μικρότερα εμπόδια στην υιοθέτηση των προσεγγίσεων που θέλουμε να εφαρμόσουμε στην πράξη. Για παράδειγμα, να παρουσιάζουμε με απλά λόγια τις ιδέες και τα οράματά μας είτε να ενθαρρύνουμε τους άλλους ανοιχτά. Ενέργειες, που σχετίζονται με την αποτελεσματική ηγεσία».

Απαιτείται προσεκτικός σχεδιασμός

Εννοείται ότι η ενσωμάτωση τεχνικών Εικονικής Νόησης στην εκπαίδευση των στελεχών, κάθε άλλο παρά εύκολη υπόθεση είναι.

Καταρχήν απαιτεί προσεκτικό και μεθοδικό σχεδιασμό του μαθησιακού υλικού. Απαιτείται ακόμη μεγάλη αφοσίωση, τόσο από τον εκπαιδευτή όσο και από τον εκπαιδευόμενο.

«Γιατί, η επιτυχία της μεθόδου προϋποθέτει την πλήρη εμβάπτιση του εκπαιδευόμενου στην μαθησιακή κατάσταση, από κάθε άποψη: γνωστική, συναισθηματική και αισθητική.

Χρειάζεται επίσης η έντονη συγκέντρωση για μεγάλα χρονικά διαστήματα».

Μπορεί, λοιπόν, να είναι μια αρκετά απαιτητική και επίπονη διαδικασία, τόσο στο σχεδιασμό όσο και στην εκτέλεση, ωστόσο, «αν αναλογισθεί κανείς την έλλειψη ηγετικών δεξιοτήτων που υπάρχει και την αντίστοιχη ζήτηση τέτοιων δεξιοτήτων στο σύγχρονο ανταγωνιστικό και παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, η Εικονική Νόηση είναι μια υποσχόμενη προσθήκη στην προσπάθεια μείωσης της απόστασης μεταξύ εκπαίδευσης και πράξη που όντως υπάρχει στη μεταφορά των ηγετικών δεξιοτήτων», καταλήγει ο κ. Μποζιονέλος.