ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Πτώση πωλήσεων και κερδών στο σύνολο του επιχειρείν το 2010

Διάχυτη σε όλους τους επιχειρηματικούς κλάδους είναι η επιδείνωση των εργασιών και των οικονομικών αποτελεσμάτων, με τις ζημίες να κυριαρχούν.

Το γεγονός αυτό είναι πρωτόγνωρο για τις περισσότερες εταιρείες της χώρας οι οποίες, λόγω της συνεχιζόμενης επί διετία οικονομικής ύφεσης, βλέπουν τα κέρδη τους να κατακρημνίζονται και να απειλείται η βιωσιμότητά τους.

Αυτό το συμπέρασμα προκύπτει από την πρόσφατη μελέτη που εκπόνησε η ICAP για το ελληνικό επιχειρείν, αναλύοντας τους ισολογισμούς 25.616 εταιρειών που δημοσιεύτηκαν το 2010 αλλά και τους μη δημοσιευμένους του 2011.

Ετσι, οι συνολικές πωλήσεις υποχώρησαν κατά 3,3% και διαμορφώθηκαν σε 168,8 δισ. ευρώ το 2010 έναντι 174,6 δισ. ευρώ του προηγουμένου έτους. Παράλληλα, όμως δεν υπήρξε και ανάλογη συγκράτηση του κόστους των πωλήσεων, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα τη σημαντική μείωση των μικτών κερδών (-11,6%) και τελικά την πτώση των λειτουργικών αποτελεσμάτων (μειώθηκαν κατά 78% ή 3,7 δισ.).

Την αρνητική αυτή εξέλιξη επιδείνωσε η δραστική αύξηση (+91%) των μη λειτουργικών εξόδων (όπως έκτακτα και ανόργανα έξοδα, έξοδα προηγουμένων χρήσεων, έκτακτες ζημίες κ. ά.), με συνέπεια, τελικά, την ανατροπή του καθαρού αποτελέσματος το 2010, με την εμφάνιση ζημιών ύψους 2,33 δισ. το 2010, έναντι αντίστοιχων κερδών 4 δισ. περίπου το 2009. Τέλος, τα κέρδη EBITDA υποχώρησαν κατά 25,5%, ήτοι 11,4 δισ., το 2010 έναντι 15,4 δισ. το 2009.

Επίσης, το σύνολο ενεργητικού των εταιρειών αυτών παρέμεινε σταθερό την τελευταία διετία (300,3 δισ.), με μόνη αξιόλογη μεταβολή εκείνη της αξίας των αποθεμάτων (-2,6%). Από την άλλη πλευρά, τα ίδια κεφάλαια υποχώρησαν ελαφρά, κατά 1,1%, ενώ ο συνολικός δανεισμός τους διευρύνθηκε το 2010 κατά 2,4 δισ. ευρώ με έμφαση κυρίως στον βραχυπρόθεσμο δανεισμό, ο οποίος αυξήθηκε κατά 6% (ή 6,1 δισ.). Αντιθέτως, ο μακροπρόθεσμος δανεισμός μειώθηκε κατά 4,6%. Το γεγονός αποδίδεται ώς ένα βαθμό στη στάση του τραπεζικού τομέα, που δίνει προτεραιότητα στην εξυπηρέτηση των μακροπρόθεσμων πιστώσεων, ενώ παράλληλα προτιμά τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων κυρίως με βραχυπρόθεσμο δανεισμό.

Ως προς τους χρηματοοικονομικούς δείκτες, επισημαίνεται η μετατροπή σε αρνητικό του δείκτη της αποδοτικότητας ιδίων κεφαλαίων (από 3,5% το 2009 σε -2,1% το 2010) και η επιδείνωση του περιθωρίου μικτού κέρδους κατά σχεδόν 2% (σε 19,59% το 2010).

Οι κορυφαίες, βάσει κερδοφορίας, εταιρείες, οι οποίες πέτυχαν συνολικά κέρδη προ φόρου ύψους 2,58 δισ., ήταν οι εξής: ΟΠΑΠ (893,2 εκατ. ευρώ), ΔΕΗ (726,1 εκατ.), COSMOTE (406,1 εκατ.), Ελληνικά Πετρέλαια (247,8 εκατ.), Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών «Ελ. Βενιζέλος» (58,5 εκατ.) και ΟΤΕ (152,4 εκατ.).

Συγκρίνοντας τις επιδόσεις ανά κλάδο παρατηρείται ότι μόνο ο τομέας της βιομηχανίας εμφάνισε αύξηση του κύκλου εργασιών. Ετσι, οι πωλήσεις της ελληνικής βιομηχανίας ενισχύθηκαν κατά 5,8% και διαμορφώθηκαν στα 50,6 δισ.

Ωστόσο, η μείωση των αποτελεσμάτων των μεταποιητικών επιχειρήσεων και τα σχεδόν διπλάσια μη λειτουργικά έξοδα επέφεραν ζημίες ύψους 303,6 εκατ. το 2010, έναντι κερδών προ φόρου 1.195,8 εκατ. το 2009.

Στο εμπόριο διαπιστώνεται μείωση των πωλήσεων κατά 7,4% διαμορφούμενες στα 65,2 δισ. ευρώ, από 70,4 δισ. ευρώ το 2009. Από πλευράς κερδοφορίας, αυτή ήταν αρνητική με τις ζημίες να διαμορφώνονται σε 103 εκατ. περίπου το 2010, έναντι κερδών 1,6 δισ. ευρώ το 2009.

Στον τομέα των εταιρειών παροχής υπηρεσιών (εκτός των τεχνικών εταιρειών) ο κύκλος εργασιών υποχώρησε κατά 3,5%, από 44,06 δισ. το 2009 σε 42,5 δισ. το 2010 (απώλειες εσόδων σχεδόν 1,5 δισ.) που είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση ζημιών ύψους 1,2 δισ. ευρώ.

Η συνεχιζόμενη πτώση εργασιών στον κατασκευαστικό κλάδο και το 2010 οδήγησε σε οξεία επιδείνωση των αποτελεσμάτων των τεχνικών εταιρειών, καθώς οι συνολικές πωλήσεις μειώθηκαν κατά 20,2%, διαμορφούμενες σε 6,37 δισ., και οι ζημίες ανήλθαν σε 347,8 εκατ. το 2010, έναντι κερδών προ φόρου ύψους 25,8 εκατ. το 2009.

Η δυσμενής οικονομική συγκυρία έπληξε και τον τουρισμό, με τις πωλήσεις των τουριστικών επιχειρήσεων να υποχωρούν κατά 4% και τις ζημίες να αυξάνονται κατά 88%, ανερχόμενες πλέον σε 345,3 δισ.