ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Κύμα αποδημίας επιχειρηματικών κεφαλαίων

Διαστάσεις επιδημίας προσλαμβάνει τους δύο τελευταίους μήνες το φαινόμενο της φυγής εταιρικών κεφαλαίων στο εξωτερικό με νόμιμες και παράνομες μεθόδους. Οι εταιρείες με αυτό τον τρόπο επιχειρούν αφενός να γλιτώσουν φόρους και αφετέρου να προστατέψουν τα κεφάλαιά τους από το ενδεχόμενο εξόδου της Ελλάδας από την Ευρωζώνη. Το παραπάνω έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια κεφαλαίων για την ελληνική οικονομία, αλλά και φορολογικών εσόδων. Την ίδια ώρα διαπιστώνεται ότι ο έλεγχος των ενδοομιλικών συναλλαγών που ξεκίνησε μετά πολλές δυσκολίες, έχει «παγώσει» ξανά, καθώς ακόμη δεν έχουν υπογραφεί οι απαιτούμενες υπουργικές αποφάσεις για την ενεργοποίηση του νόμου 3775/2009 που αφορά τις σχετικές αρμοδιότητες του υπουργείου Οικονομικών. Για να αντιληφθεί κανείς τη σημασία των ενδοομιλικών συναλλαγών, αρκεί να πούμε ότι η Μεγάλη Βρετανία μόνο από τον έλεγχό τους έχει ετήσια έσοδα ύψους 2 δισ. ευρώ.

Ειδικότερα, σύμφωνα με αρμόδιες κυβερνητικές πηγές τρεις είναι οι βασικοί τρόποι με τους οποίους ελληνικές και ξένες εταιρείες, μικρές και μεγάλες, «διώχνουν» κεφάλαια εκτός Ελλάδος. Μία από τις συνήθεις πρακτικές που ακολουθούν τα 2-3 τελευταία χρόνια κυρίως μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι είναι η επιστροφή μετοχικού κεφαλαίου στους μετόχους. Αντί να δίνουν μέρισμα, το οποίο φορολογείται, επιστρέφουν στους μετόχους κεφάλαιο το οποίο συχνά καταλήγει εκτός Ελλάδος.

Πρόσφατα, η Coca-Cola 3Ε είχε αποδώσει την πρακτική της αυτή στο γεγονός ότι το υπουργείο Οικονομικών δεν είχε εκδώσει τις απαιτούμενες διευκρινιστικές εγκυκλίους για τον νέο τρόπο φορολόγησης των μερισμάτων. Αλλοι μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι που έχουν ήδη προχωρήσει σε επιστροφή κεφαλαίου ή έχουν αποφασίσει να προχωρήσουν σε αυτή την πρακτική είναι η Jumbo, η Motor Oil, η S&B και αρκετοί ακόμη.

Αλλη πρακτική είναι η ίδρυση θυγατρικών εταιρειών κυρίως σε χώρες της Βόρειας Ευρώπης. Σε αρκετές περιπτώσεις, μάλιστα, χαρακτηρίζονται εταιρείες «φαντάσματα», διότι δεν έχουν καμιά εμπορική δραστηριότητα και απλώς οι μητρικές μεταφέρουν σε αυτές κεφάλαια.

Υπάρχει βεβαίως και ο παραδοσιακός, παράνομος τρόπος φυγής κεφαλαίων στο εξωτερικό, ο οποίος ακολουθείται συνήθως από τους μικρομεσαίους επιχειρηματίες: τα χρήματα μπαίνουν σε ένα βαλιτσάκι και ο επιχειρηματίας πηγαίνει ένα ταξίδι για παράδειγμα στην κοντινή Βουλγαρία και ανοίγει εκεί έναν λογαριασμό. Υπενθυμίζεται ότι κεφάλαια άνω των 3.000 ευρώ που δεν διακινούνται εντός τραπεζικού συστήματος θεωρούνται ξέπλυμα «μαύρου χρήματος».

Και μπορεί στην παραπάνω περίπτωση, ειδικά σε ό,τι αφορά τις δύο πρώτες μεθόδους, να μην υπάρχει περιθώριο περιορισμού του φαινομένου, λόγω της υφιστάμενης νομοθεσίας, δεν συμβαίνει το ίδιο όμως με τις ενδοομιλικές συναλλαγές. Κύκλοι του υπουργείου Ανάπτυξης επέρριψαν για μια ακόμη φορά ευθύνες στο υπουργείο Οικονομικών για την κωλυσιεργία που παρατηρείται στους ελέγχους των συναλλαγών των εταιρειών με τις συνδεδεμένες με αυτές επιχειρήσεις.

Η νομοθεσία για τις ενδοομιλικές συναλλαγές εισήχθη στην Ελλάδα με τον νόμο 3728/2008 από τον τότε υπουργό Ανάπτυξης Χρ. Φώλια. Λίγους μήνες μετά, ακολούθησε δεύτερος νόμος, ο 3775/2009, για τις αρμοδιότητες του υπουργείου Οικονομικών επί του ελέγχου των ενδοομιλικών συναλλαγών, καθώς πρόκειται κυρίως για φορολογικό ζήτημα. Ομως, τρία χρόνια μετά δεν έχουν εκδοθεί οι απαιτούμενες υπουργικές αποφάσεις για την ενεργοποίηση του 3775/2009, γεγονός που οι ίδιοι κύκλοι απέδωσαν στην έλλειψη πολιτική βούλησης από μερίδα του πολιτικού συστήματος, καθώς και σε πιέσεις μέρους του επιχειρηματικού κόσμου.

Τα προβλήματα ελέγχου των ενδοομιλικών συναλλαγών απασχόλησαν διήμερη συνάντηση εργασίας που πραγματοποιήθηκε πρόσφατα στην Αθήνα με τη συμμετοχή υπηρεσιακών παραγόντων των υπουργείων Ανάπτυξης και Οικονομικών, της Task Force και ελεγκτών ενδοομιλικών συναλλαγών από τη Μ. Βρετανία, τη Γερμανία, τη Δανία και την Πολωνία. Από τη συνάντηση αυτή διαπιστώθηκε, μεταξύ άλλων, ακόμη και στις χώρες που έχουν εξελίξει τον έλεγχο των ενδοομιλικών συναλλαγών, ότι ο μέσος χρόνος εξέτασης ενός φακέλου τεκμηρίωσης ανέρχεται σε 8 μήνες. Για τον λόγο αυτό κάποιες χώρες επιλέγουν να περιορίσουν τον έλεγχο σε μερικές μόνο πολύ μεγάλες εταιρείες με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Ενδεικτικά, η Μ. Βρετανία ελέγχει ετησίως 50 επιχειρήσεις, εντοπίζοντας παραβάσεις στο 95% αυτών.