ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Ρευστότητα 14,3 δισ. στις ελληνικές τράπεζες το δίμηνο Μαΐου – Ιουνίου

Κατά 14,3 δισ. ευρώ αυξήθηκε το κρίσιμο δίμηνο Μαΐου – Ιουνίου η εξάρτηση των ελληνικών τραπεζών από το ευρωσύστημα, μέσω της χρηματοδότησης από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τον μηχανισμό παροχής ρευστότητας ELA, ανεβάζοντας τη συνολική εξάρτηση στα 135,6 δισ. ευρώ. Η αύξηση της παρεχόμενης ρευστότητας ήρθε να αντισταθμίσει την εκροή καταθέσεων που εκδηλώθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, συνέπεια του κλίματος πανικού που προκλήθηκε σε καταθέτες, οδηγώντας σε απώλειες της τάξης των 8,5 δισ. ευρώ μόνο κατά τον Μάιο, ενώ σημαντικές ήταν οι απώλειες μέχρι και τις 17 Ιουνίου, ημερομηνία διεξαγωγής των επαναληπτικών εκλογών.

Σύμφωνα με στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα η Τράπεζα της Ελλάδος, η χρηματοδότηση της ΕΚΤ προς τις ελληνικές τράπεζες αυξήθηκε στα τέλη Ιουνίου στα 73,66 δισ. ευρώ από 62,02 δισ. ευρώ τον Απρίλιο, ενώ την ίδια περίοδο η άντληση ρευστότητας από τον ELA είχε ανέλθει στα 61,94 δισ. ευρώ. Συγκεκριμένα, κατά 11,64 δισ. ευρώ αυξήθηκε η χρηματοδότηση της ΕΚΤ, ενώ η παροχή έκτακτης ρευστότητας από την ΤτΕ μέσω του ELA αυξήθηκε κατά 2,71 δισ. ευρώ. Η στήριξη του ελληνικού τραπεζικού συστήματος από το ευρωσύστημα το επίμαχο δίμηνο, υπήρξε καθοριστική μετά τον πανικό που προκλήθηκε στο μέτωπο των καταθέσεων, οδηγώντας σε καθημερινές εκροές από τις τράπεζες, που άγγιζαν τα 500 εκατ. ευρώ ημερησίως. Η παροχή άφθονης ρευστότητας επελέγη ως ενδεδειγμένη λύση το κρίσιμο δίμηνο προκειμένου να εκτονωθεί ο φόβος, που θα μπορούσε με τη σειρά του να οδηγήσει ακόμα και σε μαζική φυγή καταθέσεων.

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι τράπεζες ανταποκρίθηκαν σε όλα τα αιτήματα ανάληψης μετρητών, είτε αυτά αφορούσαν μικρά είτε μεγαλύτερα ποσά, ικανοποιώντας τις αυξημένες ανάγκες των ημερών χωρίς προβλήματα. Η άνεση με την οποία αντιμετωπίστηκε η κρίση ρευστότητας από το ελληνικό τραπεζικό σύστημα δεν είναι παρά αποτέλεσμα της κάλυψης των αναγκών από το ευρωσύστημα, που επιστρατεύθηκε προκειμένου να ικανοποιήσει τις αυξημένες ανάγκες για αναλήψεις μετρητών που πραγματοποίησαν οι Ελληνες καταθέτες.

Η διαχείριση του φόβου των καταθέσεων που κυριάρχησε απαίτησε συνεχείς χρηματαποστολές χαρτονομισμάτων, όχι μόνον από το εσωτερικό –αφού η Ελλάδα τυπώνει μόνο χαρτονομίσματα των 10 ευρώ– αλλά κυρίως από το εξωτερικό και το ευρωσύστημα, που τροφοδότησε την αθρόα εισαγωγή χαρτονομισμάτων. Η επίμαχη περίοδος χαρακτηρίστηκε από το παράδοξο φαινόμενο, ενώ οι Ελληνες θεωρούνται μεταξύ των φτωχότερων λαών της Ευρώπης, να κυκλοφορούν με τα περισσότερα μετρητά στην τσέπη τους σε σχέση με τους υπόλοιπους λαούς της Ευρωζώνης. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι η αξία των κυκλοφορούντων χαρτονομισμάτων αυξήθηκε στα 40 δισ. ευρώ, ποσό διπλάσιο από αυτό της υπόλοιπης Ευρώπη, καθώς αντιστοιχούσε περίπου στο ένα πέμπτο της συνολικής κυκλοφορίας χρήματος στην Ευρωζώνη.

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ΤτΕ, που σταματούν στον Μάρτιο, το ύψος των καταθέσεων στις ελληνικές τράπεζες περιορίστηκε στα 157,4 δισ. ευρώ από 165,9 δισ. ευρώ τον Απρίλιο. Οι απώλειες που σημειώθηκαν τον Ιούνιο υπολογίζονται στα 7 δισ. ευρώ περίπου, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων επέστρεψε με τον σχηματισμό κυβέρνησης.