ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Σημαντικές οι προοπτικές ανάπτυξης της χρήσης του πλαστικού χρήματος στην Ελλάδα

«Δυστυχώς δεν δεχόμαστε παρά μόνο μετρητά» άκουσε την περασμένη εβδομάδα από το ταμείο κεντρικών διοδίων, Βρετανός τουρίστας, που έδωσε την χρεωστική του κάρτα για να πληρώσει το αντίτιμο, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να συγκρατήσει την έκπληξή του.

«Στο Λονδίνο πληρώνουμε σχεδόν τα πάντα, ακόμη και τα διόδια και τα εισιτήριά μας στο μετρό, με πλαστικό χρήμα και μάλιστα… από απόσταση -εννοώντας τις ανέπαφες πληρωμές μέσω καρτών- είπε ο Βρετανός επισκέπτης. 

Στην Ελλάδα τι συμβαίνει; Σύμφωνα με συγκλίνουσες εκτιμήσεις τραπεζών που συγκέντρωσε η «Κ» υπάρχουν περίπου 4,5 εκατ. πιστωτικές κάρτες και 10 εκατ. χρεωστικές, η χρήση τους όμως, ιδιαίτερα των χρεωστικών είναι αισθητά περιορισμένη σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη.

Γενικότερα, η χρήση του πλαστικού χρήματος στην Ελλάδα έχει σημαντικές προοπτικές ανάπτυξης, καθώς μόλις το 6% των συναλλαγών που γίνονται πραγματοποιείται με πιστωτικές και χρεωστικές κάρτες όταν σε άλλες χώρες της Ευρώπης ξεπερνάνε το 30% και φθάνει ακόμη και το 50%. Πιο συγκεκριμένα στη Βρετανία το ποσοστό φθάνει το 49%, στη Δανία το 42%, στη Γαλλία το 35%, στο Βέλγιο το 33%, στην Πορτογαλία το 26%, στην Ισπανία το 22% και στην Ιταλία το 14%.

Ειδικά για τις χρεωστικές κάρτες -οι συναλλαγές στις κάρτες αυτές χρεώνονται απευθείας στον τραπεζικό λογαριασμό του κατόχου- παρά την αύξηση που παρουσιάζεται στην ελληνική αγορά τα τελευταία χρόνια, η χρήση τους είναι περίπου μόλις στο ένα πέμπτο σε σχέση με την Ε.Ε. Συγκεκριμένα στην Ελλάδα πραγματοποιούνται ανά κάρτα και ανά έτος περίπου 15 συναλλαγές, ενώ στην Ε.Ε. περίπου 80.  

Διαφοροποίηση σε σχέση με την Ευρώπη παρατηρείται και στην χρήση του πλαστικού χρήματος, μεταξύ χρεωστικών και πιστωτικών. 

Στην Ελλάδα η χρήση των πιστωτικών καρτών σε σχέση με τις χρεωστικές ήταν περίπου 85% – 15% πριν πέντε χρόνια, ενώ σήμερα είναι περίπου 80% – 20%, με τις χρεωστικές να κερδίζουν συνεχώς έδαφος. Στην Ευρώπη τα ποσοστά είναι αντίθετα.

Αναφορικά με τη χρήση μιας χρεωστικής κάρτας, πρόσφατη έρευνα της MasterCard έδειξε ότι περίπου 6 στους 10 κατόχους χρεωστικής κάρτας τη χρησιμοποιούν γιατί δεν θέλουν να κρατούν μετρητά πάνω τους. Πιο συγκεκριμένα ο κυριότερος λόγος για τον οποίον οι καταναλωτές προτιμούν τη χρεωστική τους κάρτα για αγορές στα καταστήματα είναι το γεγονός πως δεν χρειάζεται να κρατούν μεγάλο ποσό μετρητών πάνω τους (70%). Οι αγορές με χρήση χρεωστικής κάρτας θεωρούνται επίσης πιο εύκολες (28%) και πιο ασφαλείς (28%) από εκείνες που πραγματοποιούνται με μετρητά.

Οι Ελληνες καταναλωτές, στη συντριπτική τους πλειοψηφία (97%), εξακολουθούν να θεωρούν πως ο κύριος τρόπος χρήσης της χρεωστικής κάρτας αφορά την ανάληψη μετρητών από τα ATM, με ένα 13% των καταναλωτών να την προτιμά για αγορές σε καταστήματα ή στο Διαδίκτυο. Επιπλέον, τα άτομα νεότερης ηλικίας (18-34) δηλώνουν σε μεγαλύτερο ποσοστό (11%) ότι επιλέγουν τη χρεωστική τους κάρτα για online αγορές, γεγονός που μπορεί ίσως να εξηγηθεί από την ευρύτερη και πιο διαδεδομένη χρήση του Διαδικτύου από το νεανικό κοινό.

Στο ξεκίνημά τους βρίσκονται επίσης στη χώρα μας και οι ανέπαφες συναλλαγές μέσω καρτών, καθώς μόλις πρόσφατα δύο μεγάλες ελληνικές τράπεζες ανακοίνωσαν τη δραστηριοποίησή τους στον συγκεκριμένο τομέα. Η δυναμική όμως των καρτών στο τομέα των ανέπαφων συναλλαγών λόγω και του ανταγωνισμού που θα ακολουθήσει εκτιμάται ότι θα είναι σημαντική. Οι κάτοχοι των εν λόγω καρτών έχουν τη δυνατότητα να πραγματοποιούν τις αγορές τους πολύ εύκολα και σε ελάχιστο χρόνο, καθώς για την ολοκλήρωση μιας απλής ανέπαφης πληρωμής, αρκεί ο κάτοχος να πλησιάσει την κάρτα του στα ειδικά τερματικά αποδοχής καρτών. Για πληρωμές έως 25 ευρώ δεν απαιτείται καν η χρήση PIN ή υπογραφής.

Πλεονέκτημα των κατόχων καρτών ανέπαφων συναλλαγών είναι η ασφάλεια και οι ταχύτητα στις συναλλαγές, ενώ για τις επιχειρήσεις που υποστηρίζουν τη συγκεκριμένη τεχνολογία έρευνες έχουν δείξει ότι πετυχαίνουν αύξηση του τζίρου τους, καθώς ο χρόνος που απαιτείται για κάθε συναλλαγή σχεδόν εκμηδενίζεται. Επίσης για τους εμπόρους σημαντικό θεωρείται το γεγονός ότι μειώνεται το κόστος διαχείρισης των μετρητών, που ισούται στο 2,5% του συνολικού τους τζίρου.