ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Το παρασκήνιο πίσω από την εκλογή Φέσσα ως νέου προέδρου του ΣΕΒ

to-paraskinio-piso-apo-tin-eklogi-fessa-os-neoy-proedroy-toy-sev-2009701

Οι παρασκηνιακές  διεργασίες για την επόμενη μέρα του ΣΕΒ είχαν ξεκινήσει σχεδόν πριν από περίπου δύο χρόνια. Απλώς, την Πέμπτη το βράδυ κορυφώθηκαν με την εκλογή του νέου προέδρου, Θεόδ. Φέσσα επικεφαλής της Info-Quest. Εννοείται ότι πριν περάσουν τη μεγάλη πόρτα της αίθουσας συνεδριάσεων του Δ.Σ., τα μέλη του γνώριζαν πλέον την αποστολή τους. Το αποδεικνύει άλλωστε και η ομόφωνη απόφαση στο πρόσωπο του νέου προέδρου. Η αναζήτηση του σωστού ανθρώπου, την κατάλληλη ώρα, είχε τελειώσει.

Πώς ξεκίνησε

Το ενδιαφέρον, ωστόσο, έγκειται στο πώς είχε ξεκινήσει. Η βασική και σχεδόν ομόφωνη αρχική επιλογή ήταν αυτή του κ. Σπ. Θεοδωρόπουλου. Ξεκίνησε να συζητείται από το 2012, πέρασε από αρκετά κύματα, αλλά τελικώς δεν ευοδώθηκε. Ο ίδιος ο επιχειρηματίας προτίμησε να επικεντρωθεί αποκλειστικά στις δραστηριότητες του ομίλου του (Chipita) και απέσυρε την άτυπη υποψηφιότητά του, θεωρώντας ότι τυχόν εκλογή του θα του αποσπούσε την προσοχή από την επαγγελματική δραστηριότητά του. Ωστόσο, το πρόβλημα που δημιούργησε με αυτή του την απόφαση, στην πορεία, αποδείχθηκε μεγάλο. Κι αυτό, γιατί εκτός του ότι εθεωρείτο από όλους ο καταλληλότερος για τη θέση, συγκέντρωνε στο πρόσωπό του την αποδοχή όλων των τάσεων στο εσωτερικό του ΣΕΒ. Πρωτίστως των «γερόντων» του συνδέσμου, δηλαδή του άτυπου οργάνου που συγκροτούν οι πρώην πρόεδροί του. Κάτι που δεν συνέβη με όσους κατόπιν ακούστηκαν ως πιθανοί υποψήφιοι.

Οπως, για παράδειγμα, ο κ. Ευ. Μυτιληναίος, ο οποίος είχε «ρεύμα», αλλά δεν είχε την αποδοχή των «γερόντων». Ο λόγος; Κυρίως, για το ότι έχει επιχειρηματικές σχέσεις με το Δημόσιο, γεγονός το οποίο εκτιμάται ότι θα λειτουργούσε ως τροχοπέδη στην άσκηση της προεδρίας του ΣΕΒ. Αυτός ο προβληματισμός διατυπώθηκε σχεδόν από την πρώτη στιγμή που το όνομά του «ακούστηκε»· και στο κενό που φάνηκε ότι τελικά μπορεί και να δημιουργούνταν, φαίνεται ότι επιχείρησε να μπει σφήνα ο πρώην πλέον πρόεδρος του συνδέσμου, Δημήτρης Δασκαλόπουλος.

Ο τελευταίος, σχεδόν από την επομένη της εκλογής του, είχε δηλώσει ότι θα ήταν και η τελευταία του θητεία. Και κάπως έτσι πορεύτηκε, τουλάχιστον στο μεγαλύτερο μέρος της. Τελευταία, όμως, είχε αρχίσει να διαρρέει μέσω «κύκλων» του ότι «θα έβλεπε το ενδεχόμενο επανεκλογής του». Εν προκειμένω, το πρόβλημα είναι ότι δεν φαίνεται να το «έβλεπε» κανείς άλλος. Οχι μόνο οι «γέροντες», αλλά και οι νεότεροι. Οι λόγοι που προβάλλονταν αρκετοί, με πλέον πρόσφατο αυτόν που έχει να κάνει με τη σύμπλευσή του με τον ΣΥΡΙΖΑ και τον πρόεδρό του, Αλέξη Τσίπρα, ειδικότερα. Το γεγονός δεν έχει ενθουσιάσει, όχι τόσο επειδή έχει να κάνει με τον συγκεκριμένο πολιτικό σχηματισμό όσο επειδή έσπαγε μια παράδοση του ΣΕΒ, που με δυο λόγια περιγράφεται ως εξής: «Μακριά από τα κόμματα». Συν τοις άλλοις, δυσαρέσκεια προκαλούσε το γεγονός ότι ο κ. Δασκαλόπουλος, μετά την πώληση της ΔΕΛΤΑ, δεν άσκησε βασική επιχειρηματική δραστηριότητα για μεγάλο χρονικό διάστημα, αν και αυτό το γεγονός δεν στάθηκε εμπόδιο για να επανεκλεγεί στην τελευταία του θητεία.

Συμπέρασμα

Τελικά δεν το επιχείρησε για ακόμα μία φορά. Το συμπέρασμα; Ο ΣΕΒ βρέθηκε προς αναζήτηση υποψήφιου προέδρου. Από εκείνη τη στιγμή, ως επικρατέστερος έδειχνε να είναι ο κ. Θεόδ. Φέσσας. Η περίπτωσή του θεωρήθηκε σοβαρή, καθώς κάλυπτε τα περισσότερα από τα κριτήρια που έχουν μπει. Βεβαίως, πίσω από τις κλειστές πόρτες του συνδέσμου έγιναν και κάποιες δεύτερες σκέψεις. Οπως αυτή που υποστήριζε ότι θα πρέπει να επανενεργοποιηθεί ο θεσμός της «συμπροεδρίας» και δίπλα στον κ. Φέσσα να υπάρξει και έτερος, κρίσιμος παράγων, που θα κληθεί να βοηθήσει στη δύσκολη αποστολή του νέου προέδρου.

Η οποία, αντικειμενικά, θα είναι γεμάτη δύσβατα μονοπάτια. Αρκεί να σημειωθεί μόνο το εξής: αρκετά μέλη του ΣΕΒ έχουν σταματήσει να πληρώνουν ακόμα και τη συνδρομή τους, προβάλλοντας ως δικαιολογία την παρατεταμένη οικονομική κρίση. Γεγονός ενδεικτικό και της συνολικής εικόνας του ελληνικού επιχειρείν, έπειτα από έξι χρόνια ύφεσης. Ο ΣΕΒ καλύπτει τα οικονομικά κενά εκ των ενόντων, όμως το ζητούμενο είναι για πόσο ακόμα μπορεί να συνεχισθεί αυτό.