ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Η «θυσία» του μισού δισ. και η αμφισβητούμενη «ευκολία» με τα coco’s

i-thysia-toy-misoy-dis-kai-i-amfisvitoymeni-eykolia-me-ta-coco-s-2103267

Στην Κομισιόν η ημιεπίσημη εκτίμηση που υπάρχει αναφορικά με το ύψος της επικείμενης ανακεφαλαιοποίησης κάνει λόγο για ένα εύρος της τάξης των 10 με 25 δισ. ευρώ. Μπορεί να μην είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό, καθώς είναι πολύ μεγάλο, αυτομάτως, όμως, ρίχνει λίγο φως στο «σκοτάδι» της επόμενης μέρας. Κι αυτό γιατί αποκλείει το αισιόδοξο σενάριο των 6 με 8 δισ. ευρώ, που, από ορισμένες πλευρές, εξακολουθεί να συζητείται εδώ στην Αθήνα, περισσότερο στη βάση της επιθυμίας παρά του ρεαλισμού. Αυτό είναι το ένα κακό νέο.

Το άλλο έχει να κάνει με το γεγονός ότι «θυσία στον βωμό» της ανακεφαλαιοποίησης, όποτε και αν δρομολογηθεί, θα γίνει και περίπου μισό δισ. ευρώ που θα προκαλέσει μεγάλη φασαρία. Πρόκειται για ομολογιακά δάνεια, που πριν από περίπου μια διετία-τριετία, πουλήθηκαν στο ευρύ καταθετικό κοινό ως προϊόντα υψηλής απόδοσης. Αυτά θα χαθούν και το ζητούμενο είναι ποιοι και πώς θα το πουν στους κατόχους τους, που ασφαλώς δεν θα το υποδεχθούν…ασμένως. Γιατί θα χαθούν;

Διότι θα είναι κομμάτι της μερικής συνδρομής των ίδιων των τραπεζών στην όλη διαδικασία. Για παράδειγμα, μια άλλη «ένεση» θα είναι τα έσοδα που θα προέλθουν από τη ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων στο εξωτερικό (π.χ. θυγατρικών). Ακόμα και έτσι, όμως, το ποσό το οποίο θα απομείνει για να καλυφθεί θα είναι τόσο μεγάλο που το πιθανότερο είναι ότι η συνδρομή των ιδιωτών-μετόχων θα καταστεί από δύσκολη έως αδύνατη. «Αν για παράδειγμα ο λογαριασμός βγει στα 15 δισ. και από αυτά τα 5 δισ. καλυφθούν από τις ίδιες τις τράπεζες, τα υπόλοιπα 10 δισ. εξακολουθούν να είναι ένα αποτρεπτικό ποσό για τους ιδιώτες μετόχους» λέει στην «Κ» κορυφαία χρηματοπιστωτική πηγή, με βαθιά γνώση των εξελίξεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι οι ιδιώτες θα το σκεφθούν να ξαναμπούν ακόμα και αν υπάρξει η «διευκόλυνση» των coco’s στα οποία έχουν επενδυθεί πολλές από τις ελπίδες για τη διευθέτηση του ζητήματος, από ελληνικής πλευράς (σ.σ. αλλά και από πλευράς των συμβούλων τους που έχουν προσληφθεί για τον σκοπό αυτό). Ο λόγος είναι προφανής: «Ακόμα και σ’ αυτή την περίπτωση, αναλαμβάνεις το ρίσκο ότι στο μέλλον το ελληνικό τραπεζικό σύστημα θα επιστρέψει δυναμικά στην κερδοφορία. Γνωρίζοντας, όμως, όλα όσα το βαραίνουν και παράλληλα τις όχι και τόσο… αισιόδοξες προοπτικές της χώρας, κανείς δεν πρόκειται να το πάρει εύκολα» εξηγείται αρμοδίως.

Ιδιαίτερα αν συνυπολογίσει τις ζημίες που «έγραψε» όλο το προηγούμενο διάστημα. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν ιδιώτες, ξένοι, μέτοχοι οι οποίοι υπολογίζουν τις απώλειές τους πάνω και από το 80%, σε σχέση με τα λεφτά που επένδυσαν στις δύο προηγούμενες ανακεφαλαιοποιήσεις. Υπάρχει fund το οποίο «γράφει» απώλειες της τάξης του 93%! Συνεπώς, είναι λογικό να το σκεφτούν πολλές φορές, πριν κάνουν και την τρίτη κίνηση. «Για την ακρίβεια, για να πάρουν τη μεγάλη απόφαση, θα πρέπει πρώτα να πεισθούν ότι η νέα κυβέρνηση, που προέκυψε από τις εκλογές της 20ής Σεπτεμβρίου, είναι αποφασισμένη να ψηφίσει και να εφαρμόσει όλα όσα έχουν συμφωνηθεί, μέσα σε ένα κλίμα απόλυτης πειθαρχίας» είναι η παρατήρηση που κάνει τρίτος παράγοντας, πάντα του τραπεζικού χώρου, σχολιάζοντας τις εξελίξεις από το συγκεκριμένο μέτωπο.

Το πρόβλημα είναι πως ο χρόνος που μεσολαβεί μέχρι να γίνει η ανακεφαλαιοποίηση είναι ελάχιστος για να υπάρξουν αυτά τα δείγματα γραφής. Ως γνωστόν, η διαδικασία θα πρέπει να ξεκινήσει μέσα στον Οκτώβριο και να ολοκληρωθεί, το αργότερο, έως τις αρχές Νοεμβρίου. Στην πράξη, δηλαδή, τα περιθώρια είναι ανύπαρκτα. Κατά συνέπεια και ο βαθμός δυσκολίας του εγχειρήματος, αντιστρόφως ανάλογος.