ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Υποτονική χρονιά το 2016 για το Χρηματιστήριο

ypotoniki-chronia-to-2016-gia-to-chrimatistirio-2168048

Χρονιά χαμηλών προσδοκιών και έντονης μεταβλητότητας ήταν το 2016 για τη χρηματιστηριακή αγορά. Η «βουτιά» του Γενικού Δείκτη στις 440,88 μονάδες στη συνεδρίαση της 11ης Φεβρουαρίου του 2016 οδήγησε το Χρηματιστήριο στα επίπεδα του Σεπτεμβρίου του 1989. Η δεύτερη χρονιά των capital controls, η καθυστέρηση της πρώτης αξιολόγησης, αλλά κυρίως ότι οι ξένοι έπαψαν να εμπιστεύονται τις ημερομηνίες που έδινε η κυβέρνηση ότι θα κλείσει τα θέματα της οικονομίας επιδείνωσαν τη χρηματιστηριακή εικόνα.

Την επομένη του Brexit στην Αγγλία στη συνεδρίαση της 24ης Ιουνίου του 2016 ο Γενικός Δείκτης πραγματοποίησε την τρίτη μεγαλύτερη ημερήσια πτώση (-13,42%) στην 140ετή ιστορία του. Ενα ολόκληρο καλοκαίρι και τους δύο πρώτους μήνες του φθινοπώρου το Χρηματιστήριο έδειχνε κυριολεκτικά ότι βρίσκεται σε αφασία. Τον περασμένο Νοέμβριο υπήρξε κινητικότητα, καθώς αναπτερώθηκε το ηθικό των επενδυτών ότι θα κλείσει η αξιολόγηση μέχρι το τέλος της χρονιάς. Δυστυχώς, όμως, αποδείχθηκε ουτοπία και αυτή η πρόβλεψη, και έτσι ο Γενικός Δείκτης δύο συνεδριάσεις πριν εκπνεύσει το 2016 έφθασε απλώς να ενισχύεται οριακά, κατά 0,69%, και πιθανότατα να είχε αποφύγει την τρίτη κατά σειρά πτωτική χρονιά.

Θυμίζουμε ότι το 2015 ο Γενικός Δείκτης υπέστη συνολικές απώλειες 23,59%, ενώ το 2014 η πτώση του Γενικού Δείκτη έφθασε το 28,95%. Η απογοητευτική εικόνα της αγοράς αποτυπώθηκε και στη μεγάλη μείωση της αξίας των συναλλαγών.

Οπως δηλώνουν στην «Κ» στελέχη χρηματιστηριακών εταιρειών, για να μπορέσει το Χρηματιστήριο Αθηνών να καλύψει τις ανάγκες των χρηματιστηριακών εταιρειών και να βελτιώσει την κεφαλαιοποίησή του, θα πρέπει ο μέσος ημερήσιος όγκος συναλλαγών να μην πέφτει χαμηλότερα από τα 60 εκατ. ευρώ.

Σε επίπεδο εποπτείας το 2016 ήταν η χρονιά με τις περισσότερες διαγραφές (22) μετά βέβαια το 2006, οπότε είχε ξεκινήσει η διαγραφή των εταιρειών-ζόμπι και είχαν φθάσει τις 41 οι διαγραφές εισηγμένων.

Το νέο οικονομικό έτος 2017 φέρνει τρεις σημαντικές αλλαγές στην εγχώρια χρηματιστηριακή αγορά. Κατ’ αρχάς αλλάζει η κατηγοριοποίηση των μετοχών του Χρηματιστηρίου από τις 15 Ιανουαρίου του 2017, προωθείται η έναρξη συνεργασίας με τον ΛΑΓΗΕ (Λειτουργός της Αγοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας) για να λειτουργήσει το ενεργειακό χρηματιστήριο, ενώ αλλάζει και το θεσμικό πλαίσιο των διαπραγματεύσιμων αμοιβαίων κεφαλαίων (ETFs), ώστε οι εγχώριοι επενδυτές να αποκτούν εύκολη πρόσβαση σε προϊόντα που ακολουθούν ξένους δείκτες.

Σύμφωνα με τον διευθύνοντα σύμβουλο της ΕΧΑΕ Σωκράτη Λαζαρίδη: «Θα δημιουργηθούν τρεις νέες κατηγορίες με βάση τη συναλλακτική δραστηριότητα: υψηλή, μέση και χαμηλή συναλλακτική δραστηριότητα». Οπως αποκάλυψε ο κ. Λαζαρίδης, «στις δύο πρώτες κατηγορίες οι τιμές των μετοχών θα κλείνουν με βάση τον συνδυασμό συναλλακτικής δραστηριότητας και δημοπρασιών (call auction). Αντιθέτως, στη μικρή κεφαλαιοποίηση θα λαμβάνεται υπ’ όψιν μόνο το αποτέλεσμα των δημοπρασιών».

Παράλληλα, ο κ. Λαζαρίδης επεσήμανε ακόμη ότι η ΕΧΑΕ βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις με ελληνικές τράπεζες, προκειμένου να υπάρξει εισαγωγή δύο νέων ομολογιακών εκδόσεων. Στα σχέδια του ομίλου είναι και η δημιουργία τοπικής αγοράς ενέργειας σε συνεργασία με άλλους φορείς της αγοράς (ΛΑΓΗΕ). Αναφερόμενος στις διεθνείς αγορές, ο κ. Λαζαρίδης τόνισε πως οι αναπτυσσόμενες ευρωαγορές είχαν συνολικά καλύτερη πορεία σε σχέση με το 2015, κάτι που σε παγκόσμιο επίπεδο δεν ισχύει, αφού πρώτη φορά η παραδοσιακή βιομηχανία που εκπροσωπεί ο δείκτης Dow Jones θα ξεπεράσει σε απόδοση τις εταιρείες τεχνολογίας που εκπροσωπούνται στο χρηματιστήριο του Nasdaq.

Αναφορικά με τον απολογισμό του ελληνικού Χρηματιστηρίου το 2016, ο κ. Λαζαρίδης υπογράμμισε ότι η χρονιά θα κλείσει με 20% – 25% μείωση του τζίρου στο Χ.Α., όταν ο μέσος όρος της πτώσης του τζίρου στην Ευρώπη είναι 16,5%. Επί του παρόντος, είπε ο κ. Λαζαρίδης, «το μεγαλύτερο μέρος της συναλλακτικής δραστηριότητας στο Χ.Α. πραγματοποιείται από τις τράπεζες, ενώ ο κλαδικός δείκτης οδεύει προς μία ακόμη πτωτική χρονιά». Συνολικά, το 2016 διανεμήθηκαν μερίσματα ύψους 680 εκατ. ευρώ από 590 εκατ. το 2015.