ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αναζητούν ευκαιρίες στην ψηφιακή οικονομία

anazitoyn-eykairies-stin-psifiaki-oikonomia

Σε όσες επιχειρήσεις βρίσκονται στη διαδικασία εξαγοράς ανταγωνιστριών τους, οι οποίες εκπροσωπούν τη νέα ψηφιακή οικονομία, ταιριάζει μια παλιά ρήση. Και αυτή η ρήση είναι η εξής: «Ισως να δίνουν τσάμπα τα μισά λεφτά τους, χωρίς, όμως, να ξέρουν τι ακριβώς έχουν αγοράσει με αυτά τα μισά». Σε όλους ανεξαιρέτως τους κλάδους συντελούνται τεράστιες τεχνολογικές αλλαγές. Οι υψηλές ταμειακές ροές δίνουν την άνεση στις αμερικανικές επιχειρήσεις να πειραματιστούν με εξαγορές, αποκτώντας νεοφυείς εταιρείες, οι οποίες ανατρέπουν το κατεστημένο στον εκάστοτε κλάδο.

Είναι μάλλον δύσκολο να εντοπίσει κανείς έναν κλάδο, ο οποίος να μη βρίσκεται εν μέσω ριζικής μεταμόρφωσης. Λόγου χάριν, στην κορυφή ενός τέτοιου καταλόγου θα βρισκόταν ο κλάδος της περίθαλψης, ο οποίος μέχρι το 2020 θα φθάσει να έχει αξία 9 τρισ. δολάρια, σύμφωνα με τα στοιχεία της εταιρείας συμβούλων Deloitte. Τα νέα στοιχεία, που τον μετασχηματίζουν, είναι τα καινούργια μοντέλα ασφάλισης, τα εξελιγμένα συστήματα διαχείρισης δεδομένων, το νέο ρυθμιστικό πλαίσιο και η διαδικασία παράδοσης φαρμάκων. Τον ίδιο αγώνα δρόμου κάνουν και οι παλαιότεροι κλάδοι, όπως είναι η καπνοβιομηχανία. Ο κολοσσός του καπνικού κλάδου, Altria, που μεταξύ άλλων διαθέτει και το εμπορικό σήμα Marlboro στις ΗΠΑ, έκανε πρόσφατα μία μεγάλη επένδυση. Τοποθέτησε σχεδόν 13 δισ. δολάρια για να αποκτήσει μερίδιο 35% στην εταιρεία Juul, η οποία δραστηριοποιείται στο ηλεκτρονικό τσιγάρο.Επιπλέον, η Altria διοχετεύει 1,8 δισ. δολάρια για μερίδιο 45% στην Cronos, η οποία δραστηριοποιείται στη θεραπευτική κάνναβη. Προσφάτως, ο γερμανικός πολυσχιδής κολοσσός της Siemens εξαγόρασε τη Mendix αντί 600 εκατομμυρίων ευρώ. Η Μendix είναι μία σχετικά μικρή εταιρεία παροχής τεχνολογίας λογισμικού νέφους (cloud).

Κι αυτό είναι ακόμα ένα παράδειγμα από τις τελευταίες επιχειρηματικές συμφωνίες, οι οποίες ενδεχομένως και να ανανεώσουν τις δραστηριότητες μιας εταιρείας ή απλώς να εκτοπίσουν έναν επικίνδυνο ανταγωνιστή. Είτε έτσι είτε αλλιώς, τα παραδοσιακά και συμβατικά μοντέλα εξαγορών και συγχωνεύσεων μέσω της επενδυτικής τραπεζικής δεν αποδίδουν πλέον. Σήμερα δεν είναι το ζητούμενο να συσπειρωθούν οι ομοειδείς εταιρείες του κλάδου και να περικοπούν δραστικά τα κόστη τους. Σήμερα οι αγοραστές αποπειρώνται να δικαιολογήσουν το γιατί καταβάλουν υψηλό τίμημα για σχετικά μικρούς ανταγωνιστές που ανατρέπουν τα δεδομένα.

Τα ταμεία των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων είναι εντελώς γεμάτα. Παρά το γεγονός ότι οι εταιρείες, όταν κάνουν εκ νέου αγορά ιδίων μετοχών, αλλά και όταν δίδουν μέρισμα στους μετόχους, χρησιμοποιούν ρευστό και μόνον ρευστό, εξακολουθούν να έχουν ένα υπέρογκο αποθεματικό. Σύμφωνα με τη Moody’s Investors Service, τα κεφάλαια αυτά ανέρχονται σε σχεδόν 1,8 τρισ. δολάρια και αυτό σημαίνει ότι φθάνουν σε επίπεδα ρεκόρ. Oι Apple, Microsoft, Oracle, Cisco, CVS Health και Facebook καλύπτουν το σχεδόν ένα τρίτο του αποθεματικού του 1,8 τρισ. δολαρίων. Και σε αυτό συμμετέχουν, φυσικά, και άλλες μεγάλες εταιρείες. Επιπλέον, όσες επιχειρηματικές συμφωνίες θεωρούνται ιδιαίτερα δημιουργικές, φέρνοντας τους αγοραστές πιο κοντά στην ψηφιακή εποχή, εγείρουν και ορισμένα ερωτήματα. Ενα από αυτά είναι το εάν οι εταιρείες διατρέχουν τον κίνδυνο να έχουν λάβει λανθασμένες αποφάσεις – ειδικά εάν έχουν καταβάλει ένα αναίτια υψηλό τίμημα για μία ζημιογόνο αλλά ταχέως αναπτυσσόμενη εταιρεία, θεωρώντας πως αυτή είναι η σωστή προσέγγιση και όχι το να καταβάλουν υψηλό τίμημα, επειδή προσδοκούν μείωση κόστους. Το καλύτερο που μπορούν να περιμένουν οι επενδυτές, είναι πως όσοι υποστηρίζουν τέτοιους πειραματισμούς, δεν θα αποπειραθούν να κάνουν πολύ μεγάλες εξαγορές και συγχωνεύσεις.