ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η ύφεση μεταβάλλει τα δεδομένα της παγκοσμιοποίησης

Μια βαθύτερη και πιο παρατεταμένη παγκόσμια ύφεση είναι η επίπτωση που φοβούνται οι περισσότεροι οικονομολόγοι μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στις ΗΠΑ της 11 Σεπτεμβρίου. Η απειλή της ύφεσης διαγραφόταν ήδη καθαρά και πριν τα δραματικά τελευταία γεγονότα, αλλά τώρα αναγνωρίζεται πλέον ρητά ως πιθανή και από επίσημα αμερικανικά χείλη. Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ μείωσε την Τρίτη και πάλι το επιτόκιό της κατά μισή μονάδα ακόμα στο 2,5%, ενώ στο Κονγκρέσο έχει αρχίσει να συζητείται η επείγουσα διαμόρφωση ενός δημοσιονομικού πακέτου για την τόνωση της αμερικανικής οικονομίας. Καθώς η κρίση έχει επιβάλει τη συνεννόηση των Ρεπουμπλικανών με τους Δημοκρατικούς, το αρχικό οικονομικό πρόγραμμα του προέδρου Μπους, που προέτασσε την ελάφρυνση της φορολογίας των υψηλότερων εισοδημάτων και των επιχειρήσεων -και είχε έντονα επικριθεί από οικονομολόγους της δημοκρατικής παράταξης- τροποποιείται. Οι μειώσεις φόρων που ψηφίσθηκαν την άνοιξη βέβαια παραμένουν, αλλά τώρα η κατεύθυνση αλλάζει.

Βαρύνουσα είναι εδώ η συμβολή του Ρόμπερτ Ε. Ρούμπιν, υπουργού Οικονομικών την περίοδο 1995-1999, ο οποίος συμμετείχε σε συσκέψεις με το σημερινό υπουργό Πολ Ο’ Νιλ και τον πρόεδρο της Ομοσπονδιακής Τράπεζας Αλαν Γκρίνσπαν. Οπως πολύ σαφώς εξηγεί, αυτό που χρειάζεται τώρα είναι άμεσες επιστροφές φόρων στους εργαζομένους χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων, ακόμα και ασφαλιστικών εισφορών στους πολύ χαμηλόμισθους που δεν πληρώνουν φόρο εισοδήματος, οι οποίοι έχουν υψηλή ροπή για κατανάλωση. Στην ίδια λογική εντάσσεται και η επέκταση των επιδομάτων ανεργίας που λαμβάνουν σήμερα μόνο το 40% των Αμερικανών ανέργων. Αντίθετα λάθος θα ήταν η μείωση του φόρου υπεραξιών στο χρηματιστήριο ή του φόρου στα εταιρικά κέρδη, που θα έπλητταν πρόσθετα την αναγκαία δημοσιονομική σταθερότητα μακροπρόθεσμα.

Ακόμα όμως και με κεντρικό επιτόκιο 2,5% και με ένα άμεσο δημοσιονομικό πακέτο 100 δισ. δολαρίων -που θα αντιστοιχούσε στο 1% του αμερικανικού ΑΕΠ- πολύ δύσκολα η οικονομία των ΗΠΑ θα αποφύγει την ύφεση. Και αυτό θα φέρει ένα βαρύ ανθρώπινο κόστος στον υπόλοιπο κόσμο, ιδίως στις φτωχότερες χώρες. Το κόστος από τις πρώτες άμεσες οικονομικές συνέπειες των τρομοκρατικών επιθέσεων ανέβασε σε δεκάδες χιλιάδες επιπλέον παιδιά που θα πεθάνουν, σε 10 εκατομμύρια επιπλέον ανθρώπους που το εισόδημά τους θα πέσει κάτω από το ένα δολάριο την ημέρα, ο πρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας Τζέιμς Γούλφενσον. Και γι’ αυτό η Παγκόσμια Τράπεζα καλεί επειγόντως τις αναπτυγμένες χώρες να αυξήσουν τη βοήθεια προς τις αναπτυσσόμενες χώρες και να προχωρήσουν στην άρση των εμπορικών φραγμών για τα προϊόντα τους.

Στην ανταπόκριση στα αιτήματα των αναπτυσσομένων χωρών στον επόμενο γύρο των διαπραγματεύσεων στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου -που ώς τώρα έχει προετοιμασθεί άσχημα- επιμένει και ο καθηγητής Τζέφρεϊ Σαξ, διευθυντής του Κέντρου για τη Διεθνή Ανάπτυξη του Χάρβαρντ. Και υποστηρίζει ότι οι ΗΠΑ θα πρέπει να αλλάξουν στάση απέναντι στην παγκοσμιοποίηση, να αντιληφθούν τις εντάσεις που δημιουργεί -όπου η Ευρώπη, πιστεύει, έχει κάνει περισσότερα βήματα- και να προχωρήσουν στην οικοδόμηση μέτρων εμπιστοσύνης. Αλλά απέναντι στην απογοήτευση που επικρατεί σε πολλές ισλαμικές χώρες η αναγκαία ανταπόκριση δεν είναι μόνο μηχανική-οικονομική, απαιτεί και μια μεγαλύτερη προσπάθεια για πολιτισμική προσέγγιση με τις κοινωνίες τους, για την ένταξή τους στο διεθνές σύστημα, τονίζει.

Χρειαζόμαστε μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης

Καθηγητά Σαξ, πόσο σκληρά επλήγη η παγκόσμια οικονομία στις 11 Σεπτεμβρίου;

Η επιβάρυνση θα μπορούσε να είναι τεράστια. Η πτώση μόνο των αξιών στο χρηματιστήριο την πρώτη εβδομάδα σήμανε μιαν απώλεια περιουσιακών στοιχείων δύο δισεκατομμυρίων δολαρίων. Η γενική αύξηση της ανασφάλειας δεν θα φανεί μόνο στη μείωση των ταξιδιών και των καταναλωτικών δαπανών αλλά και στη μείωση ή αναβολή των επενδύσεων.

Από τι εξαρτάται η έκταση της ζημίας;

Από το αν θα επηρεασθούν οι διεθνείς συναλλαγές -με πολεμικές ενέργειες π.χ. που θα διακόψουν τις ροές προμήθειας των επιχειρήσεων ή θα οδηγήσουν σε άνοδο τις τιμές του πετρελαίου. Γι’ αυτό έχει σημασία να διατηρηθεί ακέραια η παγκόσμια υποδομή- να περιορισθούν δηλαδή ευφυώς οι στρατιωτικές απαντήσεις και να εξασφαλισθεί με τη διπλωματία η σταθερότητα της αγοράς πετρελαίου.

Πώς θα γίνει αυτό;

Η Αμερική έχει φίλους μεταξύ των χωρών του ΟΠΕΚ, πολλές βασίζουν την ασφάλειά τους στις ΗΠΑ. Ορισμένες μπορεί να αντιδράσουν τώρα στις αμερικανικές ανησυχίες. Η Βενεζουέλα μέχρι πρόσφατα συνέβαλλε στην άνοδο των τιμών του ΟΠΕΚ, τώρα μπορεί να τις σταθεροποιήσει.

Οι αγορές πετρελαίου και αγαθών είναι η μια πλευρά, οι χρηματοοικονομικές αγορές η άλλη. Πόσο μεγάλοι είναι εκεί οι κίνδυνοι, τώρα και με το κυνήγι για τους πόρους των τρομοκρατών;

Οι χρηματοοικονομικές αγορές χρειάζονται προπάντων επαρκή ρευστότητα. Αυτήν την παρέχουν οι κεντρικές τράπεζες. Οι χαμηλότερες χρηματιστηριακές αξίες υποδηλώνουν μειούμενες προσδοκίες κερδών και όχι διαταραχή της αγοράς. Και οι αναγκαίες ρυθμίσεις ενάντια στους τρομοκράτες, ώστε να ελεγχθούν διεθνώς οι χρηματικές τους ροές, δεν αποτελούν μεγάλο κίνδυνο. Συνολικά υπάρχει μικρότερος λόγος ανησυχίας στις χρηματοοικονομικές αγορές παρά στις πραγματικές αγορές και τις πραγματικές επιχειρηματικές αποφάσεις.

Τα επιτόκια πέφτουν, οι κρατικές δαπάνες αυξάνονται. Αυτή είναι η σωστή πολιτική;

Δεν με ενθουσιάζει η ιδέα να τονώσουμε την οικονομία α λα Κέινς. Δεν μπορεί έτσι να καταπολεμηθεί η σημερινή ανασφάλεια. Ηδη οι μέχρι τώρα μειώσεις της φορολογίας στις ΗΠΑ έχουν δημιουργήσει κινδύνους για την οικονομία, περαιτέρω μειώσεις θα έπρεπε να αποκλεισθούν. Δέχομαι υψηλότερες κρατικές δαπάνες ως άμεση συνέπεια των επιθέσεων, μαζί με την ελαφρά αντικυκλική τους επίπτωση. Αλλά τίποτα παραπάνω.

Η καλύτερη οικονομική πολιτική είναι η διπλωματία;

Ναι, χρειαζόμαστε μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Οι πλούσιες χώρες θα πρέπει για παράδειγμα να κάνουν συμβιβασμούς ώστε να επιτύχει ο επόμενος παγκόσμιος γύρος εμπορικών διαπραγματεύσεων. Επιπλέον οι ΗΠΑ θα πρέπει επιτέλους να δείξουν ότι βοηθούν τους φτωχούς του κόσμου, ότι πολεμούν ασθένειες όπως το aids, ότι θέλουν να αντιμετωπίσουν τα πραγματικά προβλήματα της παγκοσμιοποίησης. Αυτό επίσης εντάσσεται στην προσπάθεια να μην αφήσουμε τον κόσμο εκτός ελέγχου, να μην τον αφήσουμε να συρθεί σε έναν πόλεμο των πολιτισμών.

Πώς μπορεί να επιτύχει ο γύρος του εμπορίου;

Η προετοιμασία του έως τώρα ήταν ανεπαρκής. Οι εκπρόσωποι σημαντικών αναπτυσσομένων χωρών είχαν την αίσθηση ότι δεν τους ακούνε. Με μεγάλη απορία είδαν τις ΗΠΑ και την Ευρώπη ξαφνικά να αναγγέλλουν ένα νέο γύρο.

Ποια συμφέροντα του Τρίτου Κόσμου πρέπει να ληφθούν υπόψη;

Οι αναπτυσσόμενες χώρες βρέθηκαν σε μειονεκτικότερη θέση στον προηγούμενο γύρο. Τώρα καλούνται πάλι να ακολουθήσουν τη Δύση ως προς τα κοινωνικά πρότυπα και ανοίγοντας τις οικονομίες τους στις επενδύσεις. Στο θέμα της εργασίας πρέπει να βρεθούν συμβιβασμοί. Επίσης στα υπερβολικά ισχυρά δικαιώματα στις πατέντες που θίγουν την πρόσβαση του Τρίτου Κόσμου στα φάρμακα.

Στην Αμερική αναφέρεται επανειλημμένα η αναλογία με το Περλ Χάρμπορ…

… αλλά μια άλλη αναλογία, και αυτή κάθε άλλο παρά τέλεια, θα ήταν η δολοφονία του αρχιδούκα Φερδινάνδου το 1914. Τότε μια τρομοκρατική επίθεση είχε φοβερές συνέπειες που θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί. Χωρίς να αγνοούμε τη σημερική φρίκη, πρέπει να διατηρήσουμε την ευρύτερη οπτική μας για να μην καταστρέψουμε αυτό που πρέπει να προστατευθεί.

Σχετίζονται οι τρομοκρατικές επιθέσεις έμμεσα με το γεγονός ότι πολλές ισλαμικές χώρες δεν μετέχουν στους καρπούς της παγκοσμιοποίησης;

Σε ένα μεγάλο μέρος του ισλαμικού κόσμου επικρατεί απογοήτευση. Η οικονομία είναι ένας μόνο λόγος, πολλές χώρες βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση. Αλλά ένα πράγμα ισχύει σε κάθε περίπτωση: ο κόσμος πρέπει να κρατηθεί ενωμένος. Η Αμερική έχει παραμελήσει την πραγματικότητα των φτωχών χωρών στη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης. Η ευημερία μας όμως εξαρτάται από τη σωστή λειτουργία του παγκοσμιοποιημένου κόσμου. Ενώ η φτώχεια δεν προκάλεσε άμεσα τις επιθέσεις, οι σημερινές ανησυχίες για το μέλλον εντείνονται από την αίσθηση ότι η παγκόσμια οικονομία δεν στέκει σε υγιή θεμέλια.

Συνδέονται η φτώχεια και ο φονταμενταλισμός στον ισλαμικό κόσμο;

Το θέμα είναι πιο σύνθετο. Δεν πρέπει να υπερεκτιμάμε την επίδραση της οικονομίας. Δέστε το Ιράν, που τον καιρό της επανάστασης δεν συγκαταλεγόταν πάντως στις φτωχότερες χώρες. Αυτό που λείπει σήμερα είναι η εμπιστοσύνη. Εντείνεται η εντύπωση ότι η παγκόσμια οικονομία κυριαρχείται από τον οπορτουνισμό και ένα μεγάλο μέρος του κόσμου δεν μετέχει στην ευημερία. Σε μια γενική θεώρηση άλλωστε έτσι είναι.

Πιστεύετε δηλαδή ότι ένα όραμα της compassionate globalisation, της «σπλαχνικής παγκοσμιοποίησης», δρα ενάντια στις φονταμενταλιστικές τάσεις;

Ναι. Και εδώ πρέπει να επαινέσω την Ευρώπη. Αντιδρά με σύνεση, και γενικά συνειδητοποιεί τις εντάσεις της παγκοσμιοποίησης καλύτερα από τις ΗΠΑ. Αυτές ελάχιστα αναφέρονται στην αμερικανική δημόσια συζήτηση. Η Αμερική ακολουθεί μια τυφλή πορεία -όχι στην πάλη της κατά της τρομοκρατίας, αλλά όσον αφορά την παρούσα κατάσταση του κόσμου και τη διαδεδομένη ανασφάλεια. Η Ευρώπη μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο.

Εχει παραμελήσει η Δύση τις ισλαμικές χώρες στην αναπτυξιακή της πολιτική;

Δύσκολο να πει κανείς, το Ισλάμ εκτείνεται σε μια τεράστια περιοχή. Οι ΗΠΑ δίνουν τη μεγαλύτερη αναπτυξιακή βοήθεια στην Αίγυπτο, εκτός από το Ισραήλ, και έχουν μια συμφωνία ελευθέρου εμπορίου με την Ιορδανία. Η διεθνής κοινότητα χορηγεί μεγάλη βοήθεια στους Παλαιστίνιους. Σ’ αυτό το μηχανικό πεδίο γίνονται πολλά. Πολύ λιγότερη προσοχή δίνεται στο ερώτημα, πώς θα μπορούσε να βοηθήσει κανείς τις χώρες ώστε να μετέχουν στο διεθνές σύστημα.

Είναι συμβατές οι αξίες του δυτικού καπιταλισμού με το Ισλάμ;

Πολλές ισλαμικές χώρες έχουν αναπτυχθεί με επιτυχία, η Τυνησία για παράδειγμα. Τα ζητήματα του Ισλάμ στην Ινδονησία πάλι είναι εντελώς διαφορετικά. Κατά τη δική μου εμπειρία το βιούμενο Ισλάμ δεν αποτελεί εμπόδιο για την παραγωγική συμμετοχή στην παγκόσμια οικονομία. Το έχω ερευνήσει και στατιστικά: την περίοδο 1965-1995 οι ισλαμικές οικονομίες αναπτύχθηκαν κατά μέσο όρο κάπως ταχύτερα από άλλες αναπτυσσόμενες χώρες. Επίσης όσον αφορά την εκπαίδευση και τη συμμετοχή των γυναικών στην εργασιακή διαδικασία δεν υστερούν. Παρ’ όλα αυτά, πέρα από τους αριθμούς της μεγέθυνσης, λείπει η πολιτισμική προσέγγιση.

Οχι μόνο τα δυτικά κράτη επομένως, αλλά και οι επιχειρήσεις πρέπει να κατανοήσουν καλύτερα τις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες;

Είναι σημαντικό. Η πολιτισμική προσέγγιση μπορεί να είναι δύσκολη. Αλλά οι λύσεις εκ των άνω δεν αποδίδουν. Χρειάζονται βαθύτερες σχέσεις μέσα στην κοινωνία των πολιτών. Και εκεί υπάρχει πρόβλημα.

Αποτελεί εμπόδιο η ισλαμική απαγόρευση του τόκου;

Σε μερικές χώρες υπάρχουν εναλλακτικοί ισλαμικοί θεσμοί χρηματοδότησης. Αλλά αυτό δεν αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο απέναντι στις αγορές. Δημοσιεύθηκε στην Die Zeit στις 27.9.2001.

Η επιδιόρθωση της οικονομίας μετά την καταστροφή

Τις μέρες μετά τις επιθέσεις έγινε σαφές ότι η οικονομική μας κατάσταση έχει γίνει πιο σύνθετη. Για αρκετό καιρό τώρα, ύστερα από οκτώ εντυπωσιακά χρόνια, η οικονομία μας αντιμετωπίζει δυσκολίες. Ισχυρά θετικά, όπως μια σειρά μειώσεων των επιτοκίων από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα και το δημοσιονομικό πλεόνασμα, συναγωνίζονται ισχυρά αρνητικά σαν το υπερβολικό χρέος των εταιρειών και των καταναλωτών, την υπερεπένδυση σε ορισμένους κλάδους και τη διαταραγμένη οικονομική κατάσταση στην Ευρώπη, την Ιαπωνία και τις αναδυόμενες αγορές.

Και πριν από τις 11 Σεπτεμβρίου είχα την αίσθηση ότι η οικονομική κατάσταση θα παρέμενε διαταραγμένη για αρκετά μακρύτερο διάστημα απ’ όσο κατά κανόνα ανέμεναν αυτοί που καταρτίζουν τις προβλέψεις. Στη σύνθετη αυτή εικόνα οι επιθέσεις πρόσθεσαν αβεβαιότητα και περιόρισαν την εμπιστοσύνη καταναλωτών και επενδυτών. Αλλά η καταστροφή θα προσθέσει επίσης τόνωση στην οικονομία με τη μορφή αξιόλογων νέων δαπανών της ομοσπονδιακής κυβέρνησης για την ασφάλεια, την άμυνα και την ανοικοδόμηση.

Η πιθανότητα ότι οι οικονομικές δυσκολίες θα διαρκέσουν αρκετά έχει τώρα αυξηθεί, αλλά η υπεραντίδραση είναι λάθος. Είναι σημαντικό να λάβουμε τις οικονομικές μας αποφάσεις, έχοντας συνείδηση ότι οι μεγάλες δυνάμεις στη βάση της αμερικανικής οικονομίας και οι πολύ ευνοϊκές μακροπρόθεσμες προοπτικές της ουσιαστικά δεν άλλαξαν με τα συμβάντα της 11 Σεπτεμβρίου, ακόμα και με το κόστος μόνιμων αλλαγών στις μεταφορές και στην ασφάλεια.

Οσον αφορά την οικονομική πολιτική, πρώτα πρέπει να εκτιμήσουμε την αύξηση των δαπανών βραχυπρόθεσμα λόγω της 11 Σεπτεμβρίου -πιθανώς πολύ μεγάλη- η οποία αποτελεί δημοσιονομική τόνωση εξίσου βέβαιη με κάθε παρεμβατικό πρόγραμμα τόνωσης. Πολλοί εκτιμούν ότι ένα δημοσιονομικό πακέτο για την τόνωση της οικονομίας θα έπρεπε να φτάνει τα 100 έως 125 δισ. δολάρια. Πιθανώς θα δαπανηθούν 75 δισ. άμεσα ως αποτέλεσμα των επιθέσεων -αφήνοντας μιαν ανάγκη 25 έως 50 δισ. ακόμα σε δαπάνες, μειώσεις φόρων ή ένα συνδυασμό των δύο.

Κάθε μέτρο σε ένα πακέτο για την τόνωση της οικονομίας πρέπει να έχει ουσιαστικό αποτέλεσμα βραχυπρόθεσμα, τη μεγαλύτερη δυνατή επίδραση των χρημάτων που θα δαπανηθούν, και διόλου κόστος για τα επόμενα χρόνια.

Το τρίτο κριτήριο είναι κρίσιμο. Ενώ η στρατηγική μας πρέπει να αντιμετωπίσει την αλλαγμένη παρούσα οικονομική κατάσταση, οι νόμοι της οικονομίας δεν έχουν αλλάξει, και η δημοσιονομική πειθαρχία, που ήταν τόσο πολύ σημαντική τα προηγούμενα οκτώ χρόνια, παραμένει εξαιρετικά σημαντική και τώρα. Καθώς η βραχυπρόθεσμη δημοσιονομική θέση έχει αλλάξει δραματικά, είναι ακόμα πιο σημαντικό να διατηρήσουμε την ήδη επιβαρημένη μακροπρόθεσμη δημοσιονομική μας υγεία. Τα επιτόκια αγοράς επηρεάζουν τις επιχειρηματικές επενδύσεις και, ακόμα σημαντικότερο, τα επιτόκια των υποθηκών, που με τη σειρά τους επηρεάζουν τις τιμές των κατοικιών και την αναχρηματοδότηση των υποθηκών, και επομένως την κατανάλωση. Και τα επιτόκια αγοράς τώρα -καθώς και η γενική εμπιστοσύνη- μπορούν να επηρεασθούν σημαντικά από τις προσδοκίες για τη μακροπρόθεσμη δημοσιονομική μας ισχύ. Παρά τις οκτώ μειώσεις των ομοσπονδιακών επιτοκίων, τα μακροπρόθεσμα επιτόκια αγοράς των ομολόγων έχουν κατέβει πολύ λίγο, κάτι που πολλοί αποδίδουν στην εξασθενημένη μακροπρόθεσμη δημοσιονομική μας κατάσταση μετά τη μείωση φορολογίας της περασμένης άνοιξης.

Ολα αυτά πιστεύω ότι πρέπει να κατευθύνουν την επεξεργασία συγκεκριμένων μέτρων για την τόνωση της οικονομίας. Από τότε που άρχισε η εξασθένηση, η κατανάλωση και η στέγη ήσαν το ισχυρό σημείο της οικονομίας μας. Οι επιχειρηματικές επενδύσεις έπεσαν λόγω του μεγάλου υπερβάλλοντος παραγωγικού δυναμικού. Για τις περισσότερες εταιρείες τα χαμηλά επίπεδα επενδύσεων δεν ήταν αποτέλεσμα θέσεων ρευστότητας ή ικανότητας χρηματοδότησης, αλλά έλλειψης της ζήτησης.

Για να αυξηθεί η ζήτηση τα πιο αποτελεσματικά μέτρα θα ήταν εκπτώσεις και επιστροφές φόρων για τους εργαζόμενους χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων -περιλαμβανομένων και αυτών που πληρώνουν εισφορές κοινωνικής ασφάλισης αλλά όχι φόρο εισοδήματος- οι οποίοι έχουν την υψηλότερη ροπή να δαπανούν. Η ροπή μπορεί να γίνει ακόμα μεγαλύτερη καθώς θα πλησιάζουν τα Χριστούγεννα. Μια άλλη δυνατότητα είναι να επεκταθούν προσωρινά οι παροχές της ασφάλισης ανεργίας. Πόροι που θα διατεθούν σ’ αυτό το πρόγραμμα είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα δαπανηθούν σχεδόν αμέσως. Οι πιο αποτελεσματικές συνιστώσες για τις επιχειρήσεις -αν και λιγότερο αποτελεσματικές από μέτρα για την κατανάλωση- θα ήταν να επιτραπεί προσωρινά οι αγορές για εξοπλισμό και λογισμικό υπολογιστών να αφαιρούνται ως έξοδα, ή κάποιο είδος ταχύτερης απόσβεσης.

Είναι επίσης σαφές τι δεν πρέπει να κάνουμε. Μια μείωση του φόρου υπεραξίας, σύμφωνα με μια μελέτη του Γραφείου του Κογκρέσου για τον προϋπολογισμό του 1998, θα είχε σχεδόν μηδενική επίπτωση στην οικονομία βραχυπρόθεσμα. Νομίζω μάλιστα ότι η επίπτωση θα ήταν αρνητική, γιατί θα μπορούσε να οδηγήσει σε αυξημένες πωλήσεις μετοχών.

Ενα άλλο μέτρο που συζητείται πολύ, μια μόνιμη μείωση στο συντελεστή φορολόγησης των εταιρικών κερδών, θα είχε εξαιρετικά περιορισμένο βραχυπρόθεσμο όφελος για την τόνωση της οικονομίας σε σύγκριση με το κόστος του. Η μείωση του συντελεστή αυτού για παράδειγμα από το σημερινό 35% σε 25% θα κόστιζε περίπου 850 δισ. δολάρια, μαζί με την εξυπηρέτηση του χρέους, για δέκα χρόνια. Αλλά η βραχυπρόθεσμη τόνωση από τη μείωση αυτή θα ήταν ένα πολύ μικρό κλάσμα αυτού του κόστους.

Το πρόβλημα είναι ότι μια μείωση στο φόρο των εταιρειών δεν θα στόχευε στην ενθάρρυνση νέων πρόσθετων επενδύσεων. Θα εφαρμοζόταν σε κέρδη από τις επενδύσεις προηγούμενων ετών, από νέες επενδύσεις, που θα γίνονταν ούτως ή άλλως, και σε κέρδη από όλες τις άλλες δαπάνες. Μια μόνιμη μείωση θα μετέφερε εξάλλου μεγάλο κόστος στα επόμενα χρόνια και θα όξυνε έτσι τα δημοσιονομικά μας προβλήματα, ενώ πιθανώς θα επηρέαζε δυσμενώς τα επιτόκια.

Κάθε θετική επίδραση στο χρηματιστήριο από μειώσεις στο φόρο των εταιρειών θα αντισταθμιζόταν πιθανώς σε κάποιο βαθμό από την αρνητική επίδραση των αυξημένων επιτοκίων. Σε κάθε περίπτωση, η αύξηση της κατανάλωσης από την επίπτωση του πλούτου που θα προερχόταν από ανερχόμενες τιμές των μετοχών θα μπορούσε να επιτευχθεί με πολύ μικρότερο κόστος με άλλα μέσα. Μια προσωρινή μείωση στο φόρο των εταιρειών θα ήταν ακόμα λιγότερο αποτελεσματική. Ελαφρά συντομευμένη απόδοση άρθρου που δημοσιεύθηκε στους New York Times στις 30.9.2001.

Αμεση βοήθεια στις φτωχές χώρες

Διάφορα μέτρα είναι κρίσιμα κατά την παγκόσμια Τράπεζα για να στηριχθεί η παγκόσμια πάλη ενάντια στη φτώχεια την επομένη της 11 Σεπτεμβρίου. Μεταξύ αυτών:

Ενίσχυση της ξένης βοήθειας Οι ροές ιδιωτικών κεφαλαίων προς τις αναπτυσσόμενες χώρες μειώνονται απότομα, αντιστρέφοντας την τάση της τελευταίας δεκαετίας. Εκτιμάται ότι έπεσαν από 240 δισ. δολάρια πέρσι σε 160 δισ. φέτος. Αυτό καθιστά ακόμα πιο επιτακτική την ανάγκη οι κυβερνήσεις να αυξήσουν την κρατική βοήθεια για να καλύψουν το κενό χρηματοδότησης. Σήμερα για τη βοήθεια διατίθεται μόλις το 0,22% του ΑΕΠ των χωρών του ΟΟΣΑ, πολύ λιγότερο από το στόχο του 0,7% που έχει συμφωνήσει η διεθνής κοινότητα. Η εμπειρία από τις εργασίες της Τράπεζας για την αποτελεσματικότητα της βοήθειας δείχνει ότι μια σωστά κατευθυνόμενη βοήθεια, σε συνδυασμό με ισχυρές μεταρρυθμιστικές προσπάθειες, μπορεί σε μεγάλο βαθμό να μειώσει τη φτώχεια, και μπορεί επίσης να αμβλύνει τις ειδικές επιπτώσεις κρίσεων, όπως κλονισμούς στους όρους εμπορίου.

Μείωση των φραγμών στο εμπόριο. Τώρα περισσότερο παρά ποτέ πρέπει να προχωρήσει η διάκεψη κορυφής του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου. Και πρέπει να είναι ένας γύρος για την ανάπτυξη, που να κινείται πρωταρχικά από την επιδίωξη να χρησιμοποιηθεί το εμπόριο ως εργαλείο για τη μείωση της φτώχειας και για την ανάπτυξη. Μια τέτοια ουσιαστική απελευθέρωση του εμπορίου θα παρείχε πρόσθετο σωρευμένο εισόδημα γύρω στο 1,5 τρισεκατομμύριο δολάρια για τις αναπτυσσόμενες χώρες μέσα σε μια δεκαετία.