ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η Κίνα τινάζει στον αέρα τις εμπορικές διαπραγματεύσεις

Η Κίνα τινάζει στον αέρα τις εμπορικές διαπραγματεύσεις

Το Πεκίνο ανακρούει πρύμναν σε όλες σχεδόν τις σημαντικές δεσμεύσεις που είχε αναλάβει στο πλαίσιο των πολύμηνων διαπραγματεύσεων με την κυβέρνηση Τραμπ, ακυρώνοντας έτσι την  προοπτική εμπορικής συμφωνίας με τις ΗΠΑ και λήξης του σινοαμερικανικού εμπορικού πολέμου. Αυτός ήταν και ο λόγος που ο Αμερικανός πρόεδρος προειδοποίησε την Κυριακή ότι αύριο θα αυξήσει στο 25% από το υφιστάμενο 10% τους δασμούς στις εισαγωγές κινεζικών προϊόντων αξίας 200 δισ. δολαρίων. Στο μεταξύ, αύριο αναμένεται στην Ουάσιγκτον ο αντιπρόεδρος της κινεζικής κυβέρνησης, Λιου Χε.

Σύμφωνα με αποκλειστικό ρεπορτάζ του Reuters, την περασμένη Παρασκευή το βράδυ κατέφθασε στην Ουάσιγκτον το σχέδιο συμφωνίας σχεδόν 150 σελίδων, στο οποίο είχαν καταλήξει οι δύο πλευρές έπειτα από μήνες διαπραγματεύσεων. Το κείμενο ήταν, όμως, αισθητά τροποποιημένο σύμφωνα με το Reuters, που επικαλείται τρεις πηγές της αμερικανικής κυβέρνησης αλλά και άλλες τρεις πηγές από τον ιδιωτικό τομέα. Η Κίνα είχε διαγράψει όσα είχε υποσχεθεί και αφορούσαν τα ζητήματα που απασχολούν τα μέγιστα την Ουάσιγκτον και οδήγησαν στην κήρυξη εμπορικού πολέμου: την κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας και εμπορικών μυστικών, την εξαναγκαστική μεταφορά τεχνογνωσίας από αμερικανικές επιχειρήσεις σε κινεζικές, την πολιτική ανταγωνισμού, την πρόσβαση των ξένων επενδυτών στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες αλλά και τη χειραγώγηση του κινεζικού νομίσματος.

«Η Κίνα παραβίασε καμιά δεκαριά συμφωνηθέντα, αν όχι περισσότερα», τόνισε η μία από τις πηγές του Reuters και προσέθεσε πως «ήταν τόσο κακή η εικόνα ώστε αν κάτι εκπλήσσει είναι το ότι ο Τραμπ περίμενε μέχρι την Κυριακή για να αντιδράσει».  Η νέα απειλή του Αμερικανού προέδρου είχε, άλλωστε, προκαλέσει προβληματισμό μεταξύ επενδυτών και αναλυτών που διερωτώντο κατά πόσον αποτελούσε διαπραγματευτικό ελιγμό για να αποσπάσει περισσότερες υποχωρήσεις από την Κίνα.  Σύμφωνα, όμως, με τις πηγές που μίλησαν στο Reuters, η έκταση των αλλαγών στο κείμενο αιφνιδίασε τόσο τον Αμερικανό υπουργό Οικονομικών Στίβεν Μνούτσιν, όσο και τον εκπρόσωπο Εμπορίου Ρόμπερτ Λάιτχαϊζερ, που θεώρησε καθοριστικό  το ότι είχαν διαγραφεί οι νομικά δεσμευτικές διατυπώσεις. Ο Αμερικανός εκπρόσωπος Εμπορίου επιμένει στην αλλαγή της κινεζικής νομοθεσίας επικαλούμενος τις κενές περιεχομένου υποσχέσεις της που επί χρόνια δίνει το Πεκίνο σε διαδοχικές αμερικανικές κυβερνήσεις.

Δεν είναι τυχαίο ότι λίγες ώρες προτού δημοσιευθεί το αποκλειστικό ρεπορτάζ του Reuters, πηγές της αμερικανικής κυβέρνησης δήλωναν πως επικράτησε ομοφωνία ως προς την ανάγκη να ανακοινωθεί η αύξηση των δασμών για αύριο. «Η κίνηση αυτή υπονομεύει τη βασική αρχιτεκτονική της συμφωνίας», τόνισε σχετικά πηγή προσκείμενη στην αμερικανική κυβέρνηση που έχει γνώση όσων διαμείβονται στις σχετικές συνομιλίες.  Οπως τονίζει το Reuters, η κίνηση της Κίνας μπορεί να ενισχύσει τη θέση των «σκληρών» στους κόλπους της αμερικανικής κυβέρνησης, μεταξύ των οποίων και του κ. Λάιτχαϊζερ, και να υιοθετήσει η Ουάσιγκτον πιο αδιάλλακτη στάση.

Η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Σάρα Σάντερς δήλωσε, πάντως, χθες πως υπάρχουν ενδείξεις ότι η Κίνα επιδιώκει να κλείσει συμφωνία με τις ΗΠΑ. «Οι διαπραγματευτικές μας ομάδες βρίσκονται σε συνεχείς συνομιλίες». Νωρίτερα, μέλη της κινεζικής διαπραγματευτικής ομάδας είχαν ισχυριστεί πως δεν μπορούν να αλλάξουν τη νομοθεσία, καθώς θα απαιτηθούν «μεγάλες» αλλαγές.  Κινέζος αξιωματούχος που λαμβάνει μέρος στις συνομιλίες υποστήριξε, άλλωστε, πως στην Κίνα η τροποποίηση νόμου προϋποθέτει μια σειρά από διαδικασίες που δεν μπορούν να διεκπεραιωθούν σύντομα. Ο ίδιος αξιωματούχος αρνήθηκε μάλιστα πως η Κίνα υπαναχώρησε στα υπεσχημένα και τόνισε πως οι απαιτήσεις της Ουάσιγκτον γίνονται όλο και «σκληρότερες» και ο δρόμος προς τη συμφωνία όλο και «στενότερος».  Για να αποφύγει την κλιμάκωση, ο κ. Λιου πρέπει  να ανακαλέσει τις αλλαγές στο κείμενο και να προχωρήσει σε τροποποίηση της κινεζικής νομοθεσίας. Η Κίνα  πρέπει, επίσης, να πλησιάσει περισσότερο τις αμερικανικές θέσεις σε  ακανθώδη ζητήματα, όπως οι επιδοτήσεις σε κινεζικές βιομηχανίες και η διαδικασία έγκρισης των αμερικανικών γενετικά τροποποιημένων προϊόντων.