ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μπιλ Μπράουντερ, το κόκκινο πανί για τον πρόεδρο Πούτιν

mpil-mpraoynter-to-kokkino-pani-gia-ton-proedro-poytin

«Τα ρωσικά παραμύθια δεν έχουν ποτέ χαρούμενο τέλος», γράφει στο βιβλίο του «Red Notice» ίσως ο πιο μισητός άνθρωπος στο Κρεμλίνο και προσωπικά στον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν. Ο «άθικτος» Μπιλ Μπράουντερ, Βρετανός επιχειρηματίας και ακτιβιστής κατά της διαφθοράς, είναι ένας από τους ελάχιστους που εξακολουθούν να αντιστέκονται ηχηρά και επίμονα στο βρώμικο χρήμα που διαχετεύεται από τη Ρωσία στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ. Ο Μπράουντερ ξεσκέπασε το σκάνδαλο της Danske Bank ύψους 230 δισ. δολαρίων και στις αρχές του έτους κατηγόρησε τη Swedbank για ξέπλυμα «μαύρου» χρήματος. Ο Μπιλ Μπράουντερ έχει επιδοθεί σε πολυετή αναζήτηση των χρημάτων που το ρωσικό κράτος κατέσχεσε από την εταιρεία του, την Hermitage, με έδρα στη Βρετανία και περιουσιακά στοιχεία στη Ρωσία. Ταυτόχρονα ζητεί να αποδοθεί δικαιοσύνη για τον θάνατο του δικηγόρου του, Σεργκέι Μαγκνίτσκι, ο οποίος κρατούσε στα χέρια του τα πολύτιμα σχετικά έγγραφα.

Τον Ιούνιο του 2007 οι ρωσικές αρχές εισέβαλαν στα γραφεία της Hermitage στη Ρωσία, ώστε να ερευνήσουν ορισμένες κατηγορίες περί φοροαποφυγής της εταιρείας. Η ρωσική αστυνομία κατήσχε έναν τεράστιο αριθμό εγγράφων καθώς και τις επίσημες σφραγίδες της εταιρείας. Δεδομένου ότι η Hermitage δεν είχε ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το ρωσικό δημόσιο, ο Μπράουντερ θεώρησε τις κατηγορίες του ρωσικού κράτους ύποπτες και ως απάντηση στην εισβολή των αστυνομικών ξεκίνησε να ερευνά το ζήτημα με τη βοήθεια του Σεργκέι Μαγκνίτσκι.

Η Hermitage υπέβαλε καταγγελία κατά του ρωσικού κράτους ισχυριζόμενη ότι η αστυνομία έδωσε σε μικροεγκληματίες τις επίσημες σφραγίδες θυγατρικών της και ότι στη συνέχεια κατέθεσαν εκ μέρους αυτών αιτήσεις για επιστροφή φόρων ύψους 230 εκατομμυρίων δολαρίων, όσο δηλαδή η Hermitage είχε πληρώσει για φόρο κεφαλαιακών κερδών. Ο Μαγκνίτσκι, ύστερα από δύο καταθέσεις του ενώπιον των ρωσικών αρχών, συνελήφθη για υπόθαλψη φοροαποφυγής και πέθανε ύστερα από 11 μήνες σε φυλακές της Ρωσίας, όπου κρατήθηκε υπό άθλιες συνθήκες.

Το 2010, ο Μπράουντερ εμφανίστηκε ενώπιον της κυβέρνησης Ομπάμα με μία λίστα 282 Ρώσων, ισχυριζόμενος ότι αυτοί ευθύνονταν για τον θάνατο του Μαγκνίτσκι, αλλά και πολλών άλλων ατόμων-κλειδιά που στο μεταξύ είχαν πεθάνει υπό μυστηριώδεις συνθήκες. Μόλις 49 άτομα τιμωρήθηκαν με κατάσχεση των περιουσιακών τους στοιχείων στις ΗΠΑ και με απαγόρευση εισόδου στη χώρα, βάσει του νόμου «Μαγκνίτσκι» του 2014 της κυβέρνησης Ομπάμα. Ο νόμος «Μαγκνίτσκι» δίνει το δικαίωμα στις ΗΠΑ να μην εκδίδουν βίζα και να κατάσχουν τα περιουσιακά στοιχεία όσων παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ο νόμος «Μαγκνίτσκι» έπληξε τα συμφέροντα πολλών Ρώσων επιχειρηματιών και προκάλεσε τη σπασμωδική αντίδραση του Κρεμλίνου, που βιάστηκε να απαντήσει με απαγόρευση υιοθεσιών Ρώσων από αμερικανικές οικογένειες, τη στιγμή που περίπου χίλια παιδιά από τη Ρωσία υιοθετούνταν κάθε χρόνο στις ΗΠΑ. «Η απειλή του νόμου “Μαγκνίτσκι” και ο θόρυβος που τον συνόδευσε είναι πολύ πιο σημαντικό από τον ίδιο τον νόμο», είχε σχολιάσει στο περιοδικό The New Yorker ο Μάικλ Μακφάουλ, σύμβουλος της κυβέρνησης Ομπάμα. «Ενώ οι δικές μας τακτικές ήταν επιθετικές και χοντροκομμένες, επιβεβαίωσαν ότι η νομοθεσία μας είχε αγγίξει νεύρο», αναφέρει στο βιβλίο του ο Μπράουντερ και προσθέτει ότι «οι γερουσιαστές διαπίστωσαν γρήγορα ότι αντιμετωπίζουν κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια φρικτή υπόθεση».

Η διαμάχη μεταξύ Πούτιν και Μπράουντερ είχε περάσει πλέον σε υψηλό επίπεδο και είχε μετατραπεί σε εμμονή. Τον Ιούλιο του 2018, με αφορμή την κατηγορία της αμερικανικής κυβέρνησης για εμπλοκή της Ρωσίας στις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ του 2016, ο Ρώσος πρόεδρος ζήτησε μεταξύ άλλων να ανακριθεί και ο Μπιλ Μπράουντερ για «ανάμειξη σε παράνομες ενέργειες εντός της ρωσικής επικράτειας».

Εκμεταλλεύθηκε τα παραθυράκια του νόμου στη Ρωσία

Ο Μπιλ Μπράουντερ τα τελευταία χρόνια αγωνίζεται για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και για την καταπολέμηση της διαφθοράς, αλλά στο παρελθόν εκμεταλλεύθηκε επανειλημμένως τα παραθυράκια του νόμου και πολλές φορές ισορροπούσε μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας.

Οταν το 1998 η Ρωσία αδυνατούσε να εξυπηρετήσει το χρέος της και οι δυτικές εταιρείες εγκατέλειπαν τη χώρα, ο επιχειρηματίας ακολούθησε διαφορετική στρατηγική για την τότε δύο ετών Hermitage. Ο Μπράουντερ τράβηξε πάνω του τα φώτα της δημοσιότητας ασκώντας έντονη κριτική στις εταιρείες, στις οποίες η Hermitage είχε μερίδιο μετοχών. Επίσης, έδινε συνεντεύξεις Τύπου, ώστε να μιλήσει για τις παρατυπίες στον ρωσικό επιχειρηματικό κλάδο και συνεργαζόταν με δημοσιογράφους, οι οποίοι έγραφαν ότι οι Ρώσοι ολιγάρχες ήταν επιρρεπείς στη δωροδοκία και ξόδευαν αλόγιστα.

Οι δημόσιες εκρήξεις του κατά της διαφθοράς λειτούργησαν ως δωρεάν διαφήμιση για τις εταιρείες του και αποτέλεσαν μέσο «που βοήθησε αυτόν και τους επενδυτές του να βγάλουν πολλά χρήματα», όπως έχει δηλώσει στο περιοδικό The New Yorker ο Μπέρνι Ζούχερ, τραπεζίτης στη Μόσχα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90.

Μία από τις πιο ελκυστικές επενδύσεις της εποχής για τις ξένες εταιρείες ήταν ο κρατικός κολοσσός φυσικού αερίου Gazprom, που προσέφερε δύο κατηγορίες μετοχών, μία σχετικά φθηνότερη μόνο για Ρώσους πολίτες και ρωσικές εταιρείες και μία ακριβότερη για τους υπολοίπους. Η Hermitage αγόρασε τη φθηνότερη εκδοχή μέσω των θυγατρικών της στη Ρωσία. «Επεφτε σε γκρίζα ζώνη: ήταν ξεκάθαρα αντίθετα στο πνεύμα του νόμου, αλλά δεν είχε ασκηθεί ποτέ δίωξη» για τέτοιου είδους αδίκημα, είχε δηλώσει ο Στίβεν Ντασέβσκι, ο οποίος ήταν τότε επικεφαλής σε ρωσική τράπεζα.

Ο Μπράουντερ εκμεταλλεύθηκε επίσης στο έπακρον τις φοροελαφρύνσεις που προσέφερε το ρωσικό κράτος. Προκειμένου να αυξηθούν οι επενδύσεις στην περιοχή της Καλμίκια, το Κρεμλίνο προσέφερε χαμηλότερο φορολογικό συντελεστή στις εταιρείες που έδραζαν εκεί. Ο συντελεστής μειωνόταν κι άλλο εάν περισσότεροι από τους μισούς εργαζομένους είχαν αναπηρία.

Η Hermitage, λοιπόν, στελέχωσε εν μέρει τις εταιρείες της στην Καλμίκια με εργαζομένους με αναπηρίες, μία κίνηση που χαρακτηρίστηκε τολμηρή, αλλά και οριακά παράνομη. «Δεν είμαστε γενικά ακόλουθοι της Μητέρας Τερέζας, αλλά ο Μπιλ επικεντρωνόταν αποκλειστικά στον τελικό σκοπό», σχολίασε πέρυσι στο περιοδικό The New Yorker τραπεζίτης που διαχειριζόταν εκείνη την περίοδο ρωσικά κονδύλια.