ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η επίπτωση της νομισματικής πολιτικής στο εμπόριο ναρκωτικών

i-epiptosi-tis-nomismatikis-politikis-sto-emporio-narkotikon-2324669

Η εκτίναξη της παραγωγής κοκαΐνης στην Κολομβία υπονομεύει τις απόπειρες αποκατάστασης της ειρήνης στο εσωτερικό της. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρει σε εκτενές ρεπορτάζ η Deutsche Welle, παρά την εκστρατεία πάταξης του εμπορίου ναρκωτικών από την κυβέρνηση με την αρωγή των ΗΠΑ και τη συμφωνία ειρήνευσης με τους αντάρτες του FARC (Fuerzas Armadas Revolucionarias de Colombia/Επαναστατικές Ενοπλες Δυνάμεις Κολομβίας), η παραγωγή της ουσίας αυτής μέσα στο 2017 εκτινάχθηκε σε επίπεδα-ρεκόρ. Τα στοιχεία προέρχονται από την ετήσια έκθεση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών για τα ναρκωτικά και το έγκλημα.

Το 2017 η παραγωγή αυξήθηκε 25% σε 1.976 τόνους λόγω επέκτασης και των καλλιεργήσιμων εδαφών, όπου ευδοκιμεί η κόκα –η πρώτη ύλη–, από 46.000 εκτάρια (460.000 στρέμματα) το 2013 σε 171.000 (1.710.000 στρέμματα) το 2017. Το 2018, δε, η καλλιέργεια της κόκας και η παραγωγή της κοκαΐνης μετέπειτα είχε ελαφρά μειωθεί, αλλά διατηρήθηκε σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Το αρμόδιο γραφείο του Λευκού Οίκου για την Εθνική Πολιτική Ελέγχου των Ναρκωτικών επισημαίνει πως έχει στενή συνεργασία με τον Κολομβιανό πρόεδρο Ιβάν Ντούγκε στον αντι-ναρκωτικό αγώνα, ώστε να μειωθεί στο ήμισυ η καλλιέργεια και παραγωγή ναρκωτικών στη χώρα έως το 2023. Ο πρέσβης της Κολομβίας στις ΗΠΑ, Φρανσίσκο Σάντος, εκτιμά ότι τα στοιχεία θα δείξουν μείωση 20% το 2019 και έτι μεγαλύτερη το 2020.

Ερωτήματα

Παρά την αισιοδοξία αυτή, τα ευρήματα του ΟΗΕ γεννούν ερωτήματα. Η Κολομβία συνήψε ιστορικής σημασίας συμφωνία με το FARC το 2016. Στόχος της, να αντιμετωπισθεί το θέμα του εμπορίου ναρκωτικών, αλλά γιατί δεν απέδωσε τα αναμενόμενα; Η Ισαμπέλ Περέιρα, σύμβουλος πολιτικής κατά των ναρκωτικών στον οργανισμό νομικών και κοινωνικών ερευνών, αλλά και υποστήριξης ευάλωτων ομάδων στην Κολομβία και τη Ν. Αμερική γενικά, Dejusticia, επισημαίνει πως είναι η ίδια η οικονομική πραγματικότητα και η αθέτηση των υποσχέσεων από την κυβέρνηση, που ωθούν τις φτωχές οικογένειες να συνεχίσουν την καλλιέργεια της κόκας, καθώς δεν έχουν χειροπιαστές εναλλακτικές.

Μιλώντας στην Deutsche Welle αποκάλυψε ότι η υποτίμηση του κολομβιανού πέσο έναντι του δολαρίου κατέστησε επικερδέστερες τις εξαγωγές, ενώ και η ζήτηση από ΗΠΑ και Ευρώπη ουδέποτε σταμάτησε. Επιπλέον, όσοι είχαν στραφεί από την κόκα στην ανίχνευση χρυσού, του οποίου η τιμή έπεσε, επέστρεψαν στην καλλιέργειά της. Ενας ακόμα παράγοντας, όπως προσθέτει η Ιζαμπέλ Περέιρα, είναι και η ειρηνευτική συμφωνία. «Οι περιοχές καλλιέργειας της κόκας στην Κολομβία είναι τόποι όπου ζουν πολλοί φτωχοί πληθυσμοί και χωρίς άμεση σύνδεση με το κεντρικό κράτος. Δεν έχουν πρόσβαση στην εκπαίδευση ούτε διαθέτουν επαρκές οδικό δίκτυο, το οποίο θα τους βοηθήσει να μεταφέρουν από το χωριό τους στην πόλη τα συμβατικά αγροτικά προϊόντα τους, προκειμένου να τα πουλήσουν».

Επί σειράν ετών αυτές οι αγροτικές κοινότητες αιτούνταν τη στήριξη της πολιτείας και η συμφωνία με το FARC θεωρητικά θα κόμιζε μαζί της και επιδοτήσεις και τεχνική υποστήριξη σε συγκεκριμένα πεδία, ώστε να βοηθούν οι άνθρωποι στη μετάβασή τους από την καλλιέργεια ενός παράνομου καρπού σε πιο βιώσιμες λύσεις. Μετά τη συμφωνία, όμως, φάνηκε πως δεν θα εκπληρωθούν οι αρχικές δεσμεύσεις. «Η συμφωνία υπεγράφη από τον τότε πρόεδρο της Κολομβίας, Χουάν Μανουέλ Σάντος, και ξεκίνησε να εφαρμόζεται από τον διάδοχό του Ιβάν Ντούκε», υπογραμμίζει η κ. Περέιρα. «Εντούτοις, η κυβέρνηση Σάντος δεν άφησε επαρκή χρηματοδότηση για τα προβλεπόμενα ούτε είχε τοποθετήσει τους ανάλογους ανθρώπους με τις τεχνικές ικανότητες να υποστηρίξουν και να υλοποιήσουν το πρόγραμμα αλλαγής καλλιεργειών, ενώ η κυβέρνηση Ντούκε δεν λειτουργεί με τη λογική της συνέχειάς του».

Τέλος, αναφέρεται στην DW ότι οι Κολομβιανοί αγρότες που έπαυσαν την καλλιέργεια της κόκας, συνειδητοποίησαν ότι δεν μπορούν να βρουν μία εναλλακτική λύση να ζήσουν χωρίς τη συνδρομή του κράτους, οπότε επέστρεψαν στα γνωστά σχήματα.
Ακόμα μία φορά βρίσκονται εκτεθειμένοι στη βία και τις απειλές, όχι από το FARC πλέον, αλλά από διαφορετικές ένοπλες ομάδες, οι οποίες εμφανίστηκαν για να αναλάβουν τον έλεγχο του εμπορίου της κοκαΐνης, τον οποίο έχασαν οι αντάρτες.