ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Εύθραυστη η εκεχειρία στον πόλεμο ΗΠΑ – Κίνας

eythraysti-i-ekecheiria-ston-polemo-ipa-amp-8211-kinas

Η νέα ανακωχή στην οποία  κατέληξαν οι πρόεδροι των ΗΠΑ και Κίνας, Ντόναλντ Τραμπ και Σι Τζιπίνγκ, στο περιθώριο του G20 στην Οσάκα,  έγινε χθες δεκτή με ικανοποίηση από αναλυτές και χρηματιστήρια αλλά με προβληματισμό στην Ουάσιγκτον. Πολλοί παρατηρητές αμφιβάλλουν για το κατά πόσον μπορούν οι δύο πλευρές να ανακτήσουν το κλίμα που είχαν πριν από την κατάρρευση των μεταξύ τους συνομιλιών τον Μάιο και να προχωρήσουν στη σύναψη βιώσιμης εμπορικής συμφωνίας. Στις ΗΠΑ εμπνέει, άλλωστε, ανησυχία η κίνηση του Ντόναλντ Τραμπ να εμπλέξει στη διμερή διαπραγμάτευση την υπόθεση της Huawei, την οποία απέκλεισε προσφάτως από την αμερικανική αγορά επικαλούμενος κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ.

«Είμαστε και πάλι στον δρόμο για συνομιλίες» δήλωσε ο Αμερικανός πρόεδρος στους δημοσιογράφους μετά τη συνάντησή του διάρκειας 80 λεπτών με τον Κινέζο ομόλογό του. Προσέθεσε πως η Κίνα δέχθηκε να προχωρήσει σε αδιευκρίνιστες ώς τώρα αγορές αμερικανικών αγροτικών προϊόντων. Λίγες ώρες νωρίτερα είχε διαμηνύσει με tweet ότι η συνάντησή του  με τον κ. Σι είχε πάει «πολύ καλύτερα από τις προσδοκίες» όπως και ότι τον ενδιαφέρει η ποιότητα της επαφής πολύ περισσότερο από την ταχύτητα με την οποία εξελίσσεται. Το σχόλιο αφορούσε το γεγονός ότι στη συνάντηση των δύο προέδρων δεν συμφωνήθηκε κανένα χρονικό όριο μέσα στο οποίο θα πρέπει να επιτευχθεί πρόοδος ή να συναφθεί συμφωνία. Είναι, άλλωστε, σαφές ότι στα σημαντικότερα θέματα εξακολουθούν να είναι μεγάλες οι διαφωνίες που χωρίζουν τις δύο πλευρές.  Για ορισμένους αναλυτές η ανακωχή που συμφωνήθηκε το Σάββατο έχει περισσότερο τα χαρακτηριστικά μιας πρώτης νίκης του Πεκίνου. Ο λόγος είναι ότι ο Αμερικανός πρόεδρος φάνηκε τουλάχιστον διαλλακτικός και έτοιμος για υποχωρήσεις, ενώ δεν είναι σαφές αν απέσπασε κάτι από την Κίνα πέραν της επιστροφής της στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Συγκεκριμένα, ο Ντόναλντ Τραμπ υπαναχώρησε από την απειλή του να επιβάλει νέους δασμούς στις υπόλοιπες εισαγωγές κινεζικών προϊόντων στις ΗΠΑ. Παράλληλα, υποσχέθηκε χαλάρωση της απαγόρευσης που έχει επιβάλει στον τεχνολογικό κολοσσό Huawei, αλλά η κίνησή του προκάλεσε άμεσα έντονες αντιδράσεις στην Ουάσιγκτον.

Οπως ανέφερε το Σάββατο στην Οσάκα, ο αποκλεισμός της Huawei από κάθε συνεργασία με αμερικανικές επιχειρήσεις αποβαίνει εις βάρος των προμηθευτών της στις ΗΠΑ που ανησυχούν και ζητούν αναθεώρηση της επίμαχης απόφασης.  Τείνοντας, άλλωστε, κλάδο ελαίας στον Κινέζο ομόλογό του, ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε πως το αμερικανικό υπουργείο Εμπορίου θα εξετάσει μέσα στις επόμενες ημέρες αν πρέπει να αφαιρέσει τη Huawei από τον κατάλογο των εταιρειών που απαγορεύεται να αγοράζουν προϊόντα ή τεχνολογία χωρίς την έγκριση της αμερικανικής κυβέρνησης. «Αν η Ουάσιγκτον εννοεί αυτό που λέει, ασφαλώς καλωσορίζουμε τις προθέσεις της» σχολίασε σχετικά ο Γουάνγκ Σιαολόνγκ, απεσταλμένος του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών στο G20. Ικανοποίηση εξέφρασε, άλλωστε, η Ενωση Αμερικανικών Βιομηχανιών Ημιαγωγών που τόνισε, πάντως, πως περιμένει «να ενημερωθεί διεξοδικά σχετικά με τα όσα δήλωσε ο πρόεδρος για τη Huawei».  Την ίδια στιγμή, όμως, ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Μάρκο Ρούμπιο διεμήνυσε με tweet ότι θα είναι «καταστρεπτικό σφάλμα» αν ανακληθεί ο πρόσφατος αποκλεισμός της Huawei. Στο ίδιο μήνυμά του επισημαίνει, άλλωστε, πως θα χρειαστεί να ψηφιστεί σχετική νομοθεσία για να ανακληθούν οι περιορισμοί στην κινεζική εταιρεία. Τον περασμένο μήνα ο εν λόγω γερουσιαστής όπως και ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Μαρκ Γουόρνερ συνέστησαν στον Αμερικανό πρόεδρο να μη χρησιμοποιήσει την υπόθεση Huawei ως διαπραγματευτικό χαρτί στις εμπορικές συνομιλίες. 

Εκκληση από Λαγκάρντ

Κύκλοι προσκείμενοι στην κυβέρνηση και μυστικές υπηρεσίες τόσο των ΗΠΑ όσο και πολλών συμμάχων της υπερδύναμης επιμένουν πως ο κινεζικός κολοσσός Huawei διατηρεί στενούς δεσμούς με το Πεκίνο και εγκυμονεί κινδύνους για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ, γι’ αυτό και πρέπει να αποκλειστεί από τις υποδομές των τηλεπικοινωνιών πέμπτης γενιάς. Την ίδια στιγμή, πάντως, ανοικτή επιστολή που διέρρευσε στο Reuters το Σάββατο φέρει μεγάλο αριθμό από αναλυτές ειδικευμένους σε θέματα Ασίας, μεταξύ των οποίων και Αμερικανούς διπλωμάτες και στρατιωτικούς, να ζητούν συμφιλίωση με την Κίνα. Καλούν τον Τραμπ να επανεξετάσει τις πολιτικές επιλογές που «αντιμετωπίζουν την Κίνα ως εχθρό» και επισημαίνουν πως αυτή η προσέγγιση μπορεί να αποβεί εις βάρος των αμερικανικών συμφερόντων και της παγκόσμιας οικονομίας. Επενδυτές, επιχειρήσεις και υψηλόβαθμα στελέχη τραπεζών προειδοποιούν, εδώ και μήνες, πως ένας παρατεταμένος εμπορικός πόλεμος ανάμεσα στις ΗΠΑ και στην Κίνα θα δημιουργήσει προβλήματα στην αλυσίδα της προσφοράς σε παγκόσμιο επίπεδο και θα φέρει την παγκόσμια οικονομία στο χείλος του γκρεμού. Τη φωνή της ένωσε μαζί τους τελευταία η επικεφαλής του ΔΝΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, που από το βήμα του G20 κάλεσε τις πολιτικές ηγεσίες να μειώσουν τους δασμούς και γενικότερα τους περιορισμούς στο ελεύθερο εμπόριο. Επισήμανε ότι ήδη η παγκόσμια οικονομία έχει ήδη δεχθεί πλήγμα από τη διαμάχη ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου.