ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μείωση επιτοκίων και νέο QE τον Σεπτέμβριο από την ΕΚΤ

meiosi-epitokion-kai-neo-qe-ton-septemvrio-apo-tin-ekt-2329927

Η χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής και η στήριξη της οικονομίας, πιθανώς με μια πλήρη δέσμη μέτρων, βρίσκονται προ των πυλών στην Ευρωζώνη. Αυτό διεμήνυσε χθες η ΕΚΤ μετά τη συνεδρίασή της και το επανέλαβε ο απερχόμενος πρόεδρός της Μάριο Ντράγκι, προετοιμάζοντας την αγορά για αποφασιστικές κινήσεις που θα ανακοινώσει τον Σεπτέμβριο.  Ανάμεσά τους μια μείωση των επιτοκίων του ευρώ βαθύτερα σε αρνητικό έδαφος, μέτρα για την άμβλυνση των επιπτώσεων αυτής της πολιτικής στις τράπεζες, όπως για παράδειγμα η εφαρμογή κλιμακωτών επιτοκίων, αλλά ακόμη και η επανεκκίνηση του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης των 2,6 τρισ. ευρώ που τυπικά έληξε τον Δεκέμβριο του περασμένου έτους.

Μολονότι η τράπεζα διατήρησε χθες αμετάβλητα τα επιτόκια του ευρώ στο επίπεδο του -0,4% και πιθανώς απογοήτευσε όσους προσέβλεπαν σε άμεση χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής, στη σχετική της ανακοίνωση τονίζει πως τα επιτόκια θα παραμείνουν σε εξίσου χαμηλά ή και χαμηλότερα επίπεδα τουλάχιστον μέχρι και το πρώτο εξάμηνο του επόμενου έτους. Υπογραμμίζει, επίσης, πως έχει ήδη ανατεθεί στις αρμόδιες επιτροπές να εξετάσουν όλες τις εναλλακτικές για την τόνωση της οικονομίας και μεταξύ άλλων «την κλίμακα και την ποιοτική σύνθεση που θα μπορούσε να έχει ένα νέο πρόγραμμα αγοράς τίτλων». Παράλληλα στην καθιερωμένη συνέντευξη Τύπου ο κ. Ντράγκι αναγνώρισε πως «είναι αναγκαία μια ουσιαστική τόνωση της οικονομίας με μέτρα νομισματικής πολιτικής προκειμένου να δοθεί ώθηση στην ανάπτυξη, να ενταθούν οι πληθωριστικές πιέσεις και να ενισχυθεί ο πληθωρισμός μεσοπρόθεσμα».

Οπως τόνισε, τα στελέχη της ΕΚΤ έχουν διαπιστώσει πως «η εικόνα της οικονομίας επιδεινώνεται σε ό,τι αφορά τη μεταποίηση και ιδίως σε χώρες όπου ο κλάδος είναι ιδιαίτερα σημαντικός». Προσέθεσε, μάλιστα, πως «τα οικονομικά στοιχεία και οι σχετικές έρευνες κατατείνουν σε επιβράδυνση της ανάπτυξης το δεύτερο και το τρίμηνο του έτους» και απέδωσε την επιδείνωση στο πλήγμα που έχει δεχθεί το διεθνές εμπόριο από τον εμπορικό πόλεμο, αλλά και στις γεωπολιτικές εντάσεις που καλλιεργούν αβεβαιότητα. Εχει, πράγματι, προηγηθεί σειρά δυσοίωνων οικονομικών στοιχείων που σκιαγραφούν αρνητικές εξελίξεις σε ό,τι αφορά τις εμπορικές συναλλαγές και τη μεταποίηση στην Ευρωζώνη. Λίγες ώρες, άλλωστε, προτού δοθούν στη δημοσιότητα οι ανακοινώσεις της ΕΚΤ, το γερμανικό οικονομικό Ινστιτούτο Ifo προειδοποιούσε πως σταδιακά όλοι οι βιομηχανικοί κλάδοι της Γερμανίας διολισθαίνουν σε ύφεση, ενώ επιδεινώνεται με ραγδαίους ρυθμούς η επιχειρηματική εμπιστοσύνη. Λίγο αργότερα, ο Γεργκ Κράμερ, οικονομολόγος της Commerzbank, τόνιζε πως «η Γερμανία βρίσκεται σε μια γκρίζα ζώνη ανάμεσα στην επιβράδυνση και την ύφεση».

Επικαλούμενος, έτσι, όλους αυτούς τους λόγους, ο κ. Ντράγκι δήλωσε πως στους κόλπους της τράπεζας επικρατεί συναίνεση ως προς το ότι πρέπει να γίνει για κάποιο χρονικό διάστημα αποδεκτός ένας πληθωρισμός άνω του στόχου του 2%. Σε ό,τι αφορά, πάντως, την ανάγκη να αντιδράσει η τράπεζα στις δυσοίωνες εξελίξεις με τα προαναφερθέντα μέτρα, παραδέχθηκε πως «συγκλίνουν σε αυτά» οι απόψεις των περισσότερων στελεχών της ΕΚΤ, χωρίς όμως να επικρατεί ομοφωνία για την αναγκαιότητά τους. Μιλώντας, πάντως, στους Financial Times, η Ετάλ Μέχτα, οικονομολόγος και στέλεχος της Legal & General Investment Management, ερμήνευσε τη στάση της τράπεζας ως ένδειξη πως τα στελέχη της «προσπαθούν να δείξουν ότι δεν έχει εξαντληθεί το οπλοστάσιό τους».

Οι πιθανές παρενέργειες

Οικονομικοί αναλυτές προειδοποιούν πως όποια μέτρα κι αν επιλέξει η ΕΚΤ τους επόμενους μήνες, η εφαρμογή τους θα προκαλέσει παρενέργειες, ενώ  θα έχουν περιορισμένες ευεργετικές επιπτώσεις. Τα επιτόκια βρίσκονται πράγματι σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, ενώ μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης το χαρτοφυλάκιο της τράπεζας αντιστοιχεί με το 40% του ΑΕΠ της Ευρωζώνης. Αν η τράπεζα προχωρήσει σε νέες αγορές ομολόγων, θα πρέπει να παραβιάσει το όριο που η ίδια έχει θέσει, δηλαδή θα αγοράσει πάνω από το 33% του συνόλου των εκδόσεων χρέους. Χάρη στο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων, αποκλιμακώθηκαν οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων χωρών της Ευρωζώνης, βοηθώντας την οικονομία της. Στη διάρκεια της χθεσινής συνέντευξης Τύπου του Μάριο Ντράγκι, συνέβη το ίδιο. Υποχωρούσαν οι αποδόσεις των δεκαετών ομολόγων του ιταλικού δημοσίου κατά 9,4 μονάδες βάσης στο 1,403%. Οι αποδόσεις των δεκαετών ομολόγων του γερμανικού δημοσίου, των γνωστών ως bunds, υποχώρησαν στο ιστορικό χαμηλό του -0,409% στο οποίο βρίσκονταν στις αρχές Ιουλίου. Κατά τους αναλυτές πάντως,  αν η ΕΚΤ υιοθετήσει νέο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων, η απόδοση του bund μπορεί να υποχωρήσει μέχρι και στο -2%. Στην περίπτωση αυτή μπορεί οι επενδυτές να διατηρούν μερίδα των κεφαλαίων τους σε μετρητά παρά να δανείζουν τη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης. Σε ό,τι αφορά το ευρώ, παρουσίασε διακυμάνσεις στη διάρκεια της συνέντευξης Ντράγκι, υποχωρώντας αρχικά στο 1,11 δολάρια για να ανακάμψει αργότερα στα 1,1156 δολάρια.