ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Σε 3.300 δολάρια αυξήθηκε το κατά κεφαλήν χρέος στη Ρωσία

gkat_32_0908_page_1_image_0001

Το να μένεις σε ένα άνετο δυάρι και να το μοιράζεσαι με τον σύντροφό σου στη σημερινή Μόσχα είναι κάτι που σε κάνει να υπερηφανεύεσαι, ειδικά εάν σκεφθείς σε τι συνθήκες ζουν πάμπολλοι άλλοι στη ρωσική πρωτεύουσα. Μπορεί να υπερηφανεύεσαι ακόμα και για το πώς εξοφλείς λογαριασμούς και νοίκια, δηλαδή με τη χρήση της πιστωτικής κάρτας, εάν δεν έχεις άλλη δυνατότητα. «Οι μισθοί μας δεν φτάνουν πάντα για να πληρώσουμε ενοίκιο, φαγητό και άλλα αναγκαία πράγματα», λέει η 21χρονη Γιεκατερίνα Μπουλγκάκοβα, η οποία ασχολείται με τατουάζ. Βγάζει περίπου 560 δολάρια τον μήνα, και αυτό το ποσόν θεωρείται καλό σε συσχετισμό με το νεαρό της ηλικίας της, όπως αναφέρει σε ρεπορτάζ της η εφημερίδα The New York Times.

Ο σύντροφός της, ο οποίος είναι δόκιμος στο Ναυτικό, αμείβεται με 480 δολάρια, οπότε συνολικά έχουν τον μήνα 1.040 δολάρια – ο μέσος μηνιαίος μισθός στη χώρα φθάνει τα 735 δολάρια. Τα 1.040 δολάρια γενικά τους επαρκούν για τα έξοδά τους, αλλά ανά τακτά χρονικά διαστήματα η πελατεία της κ. Μπουλγκάκοβα πέφτει, οπότε καταφεύγει στην πιστωτική της κάρτα. Οπως λέει, βέβαια, η ίδια, σε κανέναν δεν αρέσει να έχει χρέη, αν και ήδη εκατομμύρια συμπατριωτών της καταφεύγουν στην ίδια λύση. Ως αποτέλεσμα, η καταναλωτική πίστη αυξάνεται ταχύτατα σε μια χώρα η οποία δεν είχε τέτοια «παράδοση» πριν από την κατάρρευση του σοσιαλιστικού καθεστώτος. Εκείνη και ο σύντροφός της πιστεύουν ότι δεν θα χάσουν τον έλεγχο, ενώ η πιστωτική κάρτα τους έχει εξασφαλίσει ένα αξιοπρεπές διαμέρισμα και μία συγκεκριμένη ποιότητα ζωής – κάτι αναγκαίο σε εποχές αβεβαιότητας. Μέχρι τώρα είναι πολύ τυπική στις δόσεις της.

Βέβαια, η αύξηση των καταναλωτικών δανείων έχει θορυβήσει τις αρμόδιες αρχές, καθώς παρατηρούν ότι ολοένα και περισσότεροι Ρώσοι και Ρωσίδες καταφεύγουν στο «πλαστικό χρήμα» ή σε διαφόρων ειδών ενεχυροδανειστήρια, ή σε δανεισμό ημερήσιο με υψηλότατο επιτόκιο. Και αυτό, για να τα βγάλουν πέρα σε μια δύσκολη καθημερινότητα εξαιτίας των κυρώσεων της Δύσης και της υποχώρησης της τιμής του πετρελαίου, ενός από τα βασικά εξαγωγικά προϊόντα της χώρας, αναφέρουν οι The New York Times. Από τη μία η αύξηση της κατανάλωσης έχει τονώσει την οικονομία, από την άλλη το ογκούμενο χρέος καταναλωτών και νοικοκυριών μπορεί να προκαλέσει ύφεση. Από τη στρατιωτική επέμβαση της Ρωσίας στην Ουκρανία και τις κυρώσεις και μετά, το ατομικό χρέος σχεδόν διπλασιάστηκε, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ρωσίας. Τα στοιχεία των εισπρακτικών εταιρειών της χώρας δείχνουν ότι φθάνει περίπου τα 3.300 δολάρια κατά κεφαλήν. Η πρόεδρος της Τράπεζας της Ρωσίας, Ελβίρα Ναμπιουλίνα, έχει θέσει περιορισμούς, ώστε να επιβραδύνει την αύξηση στα καταναλωτικά δάνεια, επισημαίνουν οι ΝΥΤ. «Είναι εντελώς εσφαλμένη η άποψη ότι αυτή τη στιγμή διατρέχουμε κίνδυνο είτε ως προς τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού μας συστήματος, είτε επειδή επίκειται μία “φούσκα”», επεσήμανε σε συνέδριο τον Ιούλιο η κ. Ναμπιουλίνα. Η τράπεζα για να αποθερμάνει την αγορά έθεσε πιο αυστηρές προδιαγραφές στο ποσόν που πρέπει να τηρούν οι τράπεζες έναντι χρεοκοπίας και επέβαλε ανώτατο όριο στο επιτόκιο ημερήσιου δανεισμού στο 1%, αν και συνολικά παραμένει επαχθές στο 30% τον μήνα. Τα νοικοκυριά με χαμηλό εισόδημα δίνουν το 8% από αυτό για κάλυψη χρεών, κατά την Τράπεζα της Ρωσίας. Στην πλειονότητά τους οι περισσότεροι δανειολήπτες είναι 25-35 ετών  και έχουν δανεισθεί από τρεις πηγές, σύμφωνα με την BCS Global Μarkets.

Ορισμένοι Ρώσοι εκτιμούν ότι ο ατομικός δανεισμός μοιάζει με τους αυτοσχέδιους «κήπους» των γονιών τους. Σε εκείνη την περίοδο ακριβώς μετά τη διάλυση του σοβιετικού μοντέλου και τη φοβερή ανέχεια, πολλές οικογένειες ελλείψει χρημάτων είχαν μεταμορφώσει την κουζίνα τους σε αποθήκη με βάζα που περιείχαν τουρσιά και αποξηραμένα μανιτάρια, ή χρησιμοποιούσαν γλάστρες για να καλλιεργήσουν λαχανικά. Παρά την εξαθλίωση, οι Ρώσοι εισήλθαν στο καπιταλιστικό σύστημα χωρίς χρέη και έχοντας σχεδόν ο καθένας το δικό του ιδιόκτητο σπίτι. Ωστόσο, ήταν εντελώς ανεκπαίδευτοι σε θέματα πίστωσης ή στο πώς υπολογίζει κανείς τη δόση του δανείου σε σχέση με τα εισοδήματά του.