ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Σε χαμηλό δεκαετίας το παγκόσμιο εμπόριο

se-chamilo-dekaetias-to-pagkosmio-emporio-2340287

Ο σινοαμερικανικός εμπορικός πόλεμος καταφέρει πλήγμα στο παγκόσμιο εμπόριο και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου (ΠΟΕ) διαπιστώνει τις δυσάρεστες εξελίξεις. Και η οικονομία της Ευρωζώνης επιβραδύνεται με αποτέλεσμα να δυσχεραίνονται περαιτέρω οι προσπάθειες της κεντρικής τράπεζας να επιταχύνει τον πληθωρισμό,  που παραμένει αναιμικός. Η δυσοίωνη εικόνα αναδύεται ανάγλυφη από τα τελευταία στοιχεία που δόθηκαν χθες στη δημοσιότητα και φέρουν τον μεταποιητικό τομέα της Ευρωζώνης να επιβραδύνεται περαιτέρω και να βρίσκεται πλέον στα χαμηλότερα επίπεδά του από τον Οκτώβριο του 2012. Προκύπτουν, όμως, και από τις εκτιμήσεις του ΠΟΕ που βλέπει το παγκόσμιο εμπόριο προϊόντων να αναπτύσσεται μόνον κατά 1,2% φέτος, όταν η προηγούμενη πρόβλεψη μόλις τον περασμένο Απρίλιο μιλούσε για ανάπτυξη 2,6%.

Πρόκειται για σημαντική επιβράδυνση καθώς στη διάρκεια του 2018 η ανάπτυξη του παγκόσμιου εμπορίου προϊόντων έφτασε στο 3%. Αν επαληθευτεί η απαισιόδοξη πρόβλεψη του ΠΟΕ, τότε θα πρόκειται για τη μικρότερη ετήσια αύξηση από το 2009. Ο παγκόσμιος οργανισμός ευελπιστεί, βέβαια, πως το παγκόσμιο εμπόριο θα ανακάμψει το επόμενο έτος, σημειώνοντας αύξηση 2,7%, αλλά υπογραμμίζει πως αυτό θα εξαρτηθεί από το «κατά πόσον θα επιστρέψουμε σε πιο φυσιολογικές εμπορικές σχέσεις». Προειδοποίησε, άλλωστε, πως αν επιβληθεί και νέο κύμα δασμών, μπορεί το αποτέλεσμα να είναι ένας καταστρεπτικός κύκλος αλληλοκατηγοριών και μέτρων αντεκδίκησης. Οπως διαπιστώνει ο διεθνής οργανισμός, η ανταλλαγή δασμών ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου έχει περιορίσει σημαντικά τις μεταξύ τους εμπορικές συναλλαγές. Οικονομολόγοι στην Barclays αναφέρουν πως τους πρώτους επτά μήνες του έτους οι εισαγωγές των ΗΠΑ από την Κίνα μειώθηκαν κατά 12% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του περασμένου έτους. Σε ό,τι αφορά τις εισαγωγές της Κίνας από τις ΗΠΑ, η μείωση ήταν υπερδιπλάσια καθώς έφτασε στο 28%. Και βέβαια οι δύο χώρες δεν αύξησαν τις εισαγωγές τους από άλλες χώρες τόσο ώστε να καλύψουν το κενό στις μεταξύ τους συναλλαγές. Η επιβράδυνση στην ανάπτυξη του εμπορίου έχει εξωθήσει τις μεγαλύτερες κεντρικές τράπεζες, μεταξύ των οποίων και τις ΕΚΤ και Federal Reserve, να υιοθετήσουν ξανά πολιτική στήριξης της οικονομίας. Οι προσπάθειές τους όμως αποδεικνύονται ατελέσφορες, όπως φαίνεται από τα τελευταία στοιχεία.

Στην Ευρωζώνη ο δείκτης υπευθύνων προμηθειών (ΡΜΙ) υποχώρησε στις 45,7 μονάδες τον Σεπτέμβριο από τις 47 στις οποίες βρισκόταν τον Αύγουστο όταν ήδη πρόδιδε αισθητή επιβράδυνση στον κλάδο. Η ατμομηχανή της ευρωπαϊκής οικονομίας, η Γερμανία, που βρίσκεται στα πρόθυρα ύφεσης, εμφανίζει τη χειρότερη εικόνα στον μεταποιητικό της τομέα με τον σχετικό δείκτη να έχει υποχωρήσει στις 41,7 μονάδες. Η εικόνα είναι εξίσου ανησυχητική και για τις άλλες μεγάλες οικονομίες της Ευρωζώνης, Ιταλία, Ισπανία και Γαλλία, οι οποίες εμφανίζουν εικόνα χειρότερη από τις προβλέψεις έστω και αν η τελευταία σημειώνει ελαφρά ανάπτυξη στη μεταποίηση. Παράλληλα, αποκαρδιωτική είναι η εξέλιξη του πληθωρισμού στην Ευρωζώνη καθώς, παρά τα μέτρα τόνωσης που εξήγγειλε προσφάτως η ΕΚΤ, ο δείκτης παραμένει αναιμικός και σε μεγάλη απόσταση από τον στόχο του 2%. Σύμφωνα με την Eurostat, οι τιμές καταναλωτή στις 19 χώρες της Ευρωζώνης αυξήθηκαν κατά 0,2% τον Σεπτέμβριο σε σύγκριση με τον Αύγουστο. Πρόκειται για το χαμηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί από τον Νοέμβριο του 2016 και οφείλεται κατά κύριο λόγο στην υποχώρηση κατά 1,8% που σημείωσαν οι τιμές της ενέργειας τους τελευταίους 12 μήνες. Σε ετήσια βάση, άλλωστε, σημείωσαν αύξηση μόλις 0,9%, μολονότι οι οικονομικοί αναλυτές προέβλεπαν πως ο πληθωρισμός θα παρέμενε αμετάβλητος στο 1,9%.

Απαισιόδοξες εκτιμήσεις

Η εικόνα του μεταποιητικού τομέα στις ΗΠΑ είναι εξίσου, αν όχι και περισσότερο, ανησυχητική με εκείνη της Ευρωζώνης. Ο σχετικός δείκτης υποχώρησε τον Σεπτέμβριο στις 47,8 μονάδες, καταγράφοντας τα χαμηλότερα επίπεδα του κλάδου από τον Ιούνιο του 2009. Διέψευσε, άλλωστε, τις προσδοκίες των αναλυτών που προσέβλεπαν σε ανάκαμψη του κλάδου, με τον σχετικό δείκτη να αναρριχάται πάνω από το επίπεδο των 50 μονάδων, που καταδεικνύουν ανάπτυξη. Την ίδια στιγμή, είναι απαισιόδοξες οι προβλέψεις οικονομικών αναλυτών και διεθνών φορέων. Σχολιάζοντας τη μεγάλη επιβράδυνση του παγκόσμιου εμπορίου και τη σκιά που αυτή αφήνει πάνω στις προοπτικές ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας, ο Μπράιαν Κούλτον, επικεφαλής των οικονομολόγων της Fitch Ratings, υπογραμμίζει πως «μετά τη δεκαετία του 1930, ελάχιστες φορές απειλήθηκε η παγκόσμια ανάπτυξη τόσο πολύ από τα προβλήματα στο διεθνές εμπόριο».

Η επισήμανσή του συνάδει με εκτιμήσεις οικονομολόγων και αναλυτών, όπως εκείνων του ελβετικού τραπεζικού ομίλου UBS, που εκτιμά ότι αυτή τη στιγμή η παγκόσμια οικονομία αναπτύσσεται με ρυθμό 2,3%, σχεδόν κατά μία εκατοστιαία μονάδα λιγότερο από τις αρχές του τρίτου τριμήνου. Παράλληλα, οικονομολόγοι της δανικής τράπεζας Danske Bank προειδοποιούν ότι υπάρχουν 30% πιθανότητες να διολισθήσει η παγκόσμια οικονομία σε ύφεση μέσα στην επόμενη διετία. Η κατάσταση δεν είναι απότοκος μόνον του εμπορικού πολέμου, αλλά απορρέει και από παθογένειες συγκεκριμένων κλάδων, όπως για παράδειγμα η αυτοκινητοβιομηχανία της Γερμανίας και ο κλάδος των ημιαγωγών στη Νότια Κορέα.