ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τη γραμμή του Ντράγκι ακολουθεί πιστά η Λαγκάρντ

ti-grammi-toy-ntragki-akoloythei-pista-i-lagkarnt-2345151

Απηχώντας πάγιες θέσεις του απερχόμενου Μάριο Ντράγκι, η νέα πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, απηύθυνε χθες έκκληση προς τη Γερμανία και τις πλεονασματικές χώρες της Ευρωζώνης να αυξήσουν τις δαπάνες για να στηρίξουν την ανάπτυξη. Επανέλαβε, εν ολίγοις, τη μόνιμη επωδό που συνόδευε τις συνεντεύξεις του Μάριο Ντράγκι τα τελευταία χρόνια, όταν ο προκάτοχός της υπογράμμιζε πως η νομισματική πολιτική έχει εξαντλήσει τις δυνατότητές της και πρέπει οι κυβερνήσεις να εφαρμόσουν αναπτυξιακή δημοσιονομική πολιτική προκειμένου να δώσουν ώθηση στην οικονομία.

Μιλώντας στο γαλλικό ραδιόφωνο η κ. Λαγκάρντ υπενθύμισε πως για να διασώσουν το ευρώ οι χώρες της Ευρωζώνης συντόνισαν επιτυχώς τις δημοσιονομικές πολιτικές τους στη διάρκεια της κρίσης χρέους. Τόνισε, όμως, πως «έκτοτε οι χώρες με δημοσιονομικά πλεονάσματα δεν έχουν καταβάλει πραγματικές προσπάθειες».

Πρόσθεσε πως «όσες χώρες παρουσιάζουν χρόνια πλεονάσματα, όπως η Ολλανδία και η Γερμανία», πρέπει να βάλουν το χέρι στην τσέπη και να επενδύσουν περισσότερα σε υποδομές, παιδεία και καινοτομία, ώστε να περιορίσουν τις «ανισορροπίες» της Ευρωζώνης. Η κ. Λαγκάρντ, που αναλαμβάνει επισήμως το τιμόνι της ΕΚΤ αύριο, ζήτησε μάλιστα περισσότερη αλληλεγγύη ανάμεσα στις χώρες της Ευρωζώνης. «Εχουμε το ίδιο νόμισμα, αλλά δεν έχουμε κοινή δημοσιονομική πολιτική αυτή τη στιγμή», τόνισε και χαρακτήρισε «λυπηρό» το γεγονός ότι η Ευρωζώνη δεν διαθέτει δικό της προϋπολογισμό.

Η έκκληση της κ. Λαγκάρντ απευθύνεται κατά κύριο λόγο στη Γερμανία, καθώς τα τελευταία πέντε χρόνια το Βερολίνο παρουσιάζει μονίμως δημοσιονομικό πλεόνασμα, απτή απόδειξη της αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας που έχει εφαρμόσει η κυβέρνηση Μέρκελ. Δεδομένου, όμως, ότι όλα δείχνουν πως η μεγαλύτερη ευρωπαϊκή οικονομία διολισθαίνει σε ύφεση, εντείνονται συνεχώς οι πιέσεις προς το Βερολίνο να επενδύσει σε έργα υποδομής ή να παραχωρήσει φοροαπαλλαγές για να στηρίξει την οικονομία.

Τα γερμανικά πλεονάσματα, δημοσιονομικά και εμπορικά, αποτελούν άλλωστε επί χρόνια σημείο τριβής ανάμεσα στο Βερολίνο και στο Παρίσι, που επισταμένως καλεί τη Γερμανία να δαπανήσει περισσότερα σε επενδύσεις.

Εχουν προηγηθεί, εξάλλου, μία ημέρα νωρίτερα, οι επικρίσεις κατά της κ. Λαγκάρντ από τον επικεφαλής της γερμανικής Bundesbank και το πιο σκληρό «γεράκι» της ΕΚΤ, Γενς Βάιντμαν. Αναφέρονταν στην πρόθεση που εξέφρασε η διάδοχος του Μάριο Ντράγκι να αξιοποιήσει το νέο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης για την αγορά πράσινων ομολόγων και την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.  Ο Γενς Βάιντμαν, αυστηρός επικριτής του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης και κάθε αντισυμβατικής νομισματικής πολιτικής, εξέφρασε την άποψη ότι αν δοθεί προτεραιότητα στις αγορές πράσινων ομολόγων, θα επιβαρυνθεί δυσανάλογα το χαρτοφυλάκιο της Τράπεζας και θα υπονομευθεί η ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών. Υπογράμμισε, μάλιστα, πως κάτι τέτοιο θα αποτελούσε σημαντική απόκλιση από την αποστολή της ΕΚΤ, που δεν είναι άλλη από τη σταθερότητα των τιμών.

Η τοποθέτηση της κ. Λαγκάρντ αποτελεί, έτσι, αφενός μια επιβεβαίωση της πρόθεσής της να παραμείνει πιστή στη γραμμή του προκατόχου της και αφετέρου ένα νέο επεισόδιο της διαμάχης ανάμεσα στο Παρίσι και στο Βερολίνο, αλλά και των εσωτερικών διενέξεων στους κόλπους της ΕΚΤ.

Απρόθυμο το Βερολίνο

Στο πλαίσιο των πιέσεων προς το Βερολίνο, τον περασμένο μήνα, ο Γάλλος υπουργός Οικονομικών, Μπρινό Λε Μερ, αναρωτήθηκε ρητορικά «ποιο το όφελος να έχει κανείς σε τέλεια τάξη τα δημόσια οικονομικά του όταν οι Ευρωπαίοι εταίροι του δεν μπορούν να επωφεληθούν από την ανάπτυξή του και τον οικονομικό του δυναμισμό;». Το ΔΝΤ, άλλωστε, όσα χρόνια τελούσε υπό την ηγεσία της Κριστίν Λαγκάρντ έκανε συστηματικά συστάσεις στη Γερμανία να περιορίσει το δημοσιονομικό της πλεόνασμα αξιοποιώντας τα σε δαπάνες για έργα υποδομής ώστε να στηρίξει την ανάπτυξη και να αυξήσει τους μισθούς. Μέχρι στιγμής, όμως, το Βερολίνο παραμένει απρόθυμο για οποιαδήποτε δημοσιονομική χαλάρωση και υποστηρίζει πως δαπανά ήδη αρκετά.

Σε ό,τι αφορά το αίτημα για προϋπολογισμό ειδικά για την  Ευρωζώνη υπήρξε πρωτοβουλία του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν. Δεν είχε, όμως, ιδιαίτερη επιτυχία.

Στις αρχές Οκτωβρίου, οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης συμφώνησαν τους βασικούς όρους ενός προϋπολογισμού πολύ μικρού, όμως, που ωχριά μπροστά στις προτάσεις Μακρόν. Πρόκειται για ένα εργαλείο με κεφάλαια ύψους 17 δισ. ευρώ και αποσκοπεί στη διευκόλυνση κυβερνήσεων που προωθούν πολιτικά δύσπεπτες μεταρρυθμίσεις όπως η χαλάρωση των κανόνων για τις απολύσεις και τις προσλήψεις, η μείωση των συντάξεων ή η ιδιωτικοποίηση κρατικών εταιρειών. Δεν έχει, άλλωστε, ακόμη εγκριθεί από τους ηγέτες των χωρών της Ευρωζώνης.