ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Εκεχειρία ΗΠΑ – Κίνας φέρνει η υπογραφή εμπορικής συμφωνίας

gkat_32_1412_page_1_image_0001

Υστερα από αναρίθμητες δηλώσεις Αμερικανών και Κινέζων πως πλησιάζουν στην υπογραφή εμπορικής συμφωνίας μεταξύ των δύο πλευρών, χθες Ουάσιγκτον και Πεκίνο ανακοίνωσαν ότι τελικά τα κατάφεραν. Πρόκειται για την πρώτη σοβαρή αποκλιμάκωση του εμπορικού πολέμου που έχει ξεσπάσει μεταξύ των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του πλανήτη τα τελευταία δύο σχεδόν χρόνια και έχει πλήξει σοβαρά την παγκόσμια οικονομία, το διεθνές εμπόριο και τη μεταποίηση.

Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε χθες το απόγευμα την επίτευξη της πρώτης φάσης της εμπορικής συμφωνίας με την Κίνα, γράφοντας στο Twitter ότι η κινεζική πλευρά «συμφώνησε σε πολλές διαρθρωτικές αλλαγές και τεράστιες αγορές αγροτικών προϊόντων, ενέργειας και βιομηχανικών αγαθών». Ο κ. Τραμπ πρόσθεσε ότι θα ακυρώσει τους επιπλέον δασμούς που ήταν προγραμματισμένο να επιβληθούν σε εισαγωγές από την Κίνα στις 15 Δεκεμβρίου και θα μειώσει σταδιακά δασμούς που έχει επιβάλει παλαιότερα σε κινεζικά προϊόντα. Η κινεζική πλευρά ανακοίνωνε την ίδια ώρα πως «Κίνα και ΗΠΑ συμφώνησαν επί του κειμένου της πρώτης φάσης οικονομικής και εμπορικής συμφωνίας βασισμένης στην αρχή της ισότητας και του αμοιβαίου σεβασμού», όπως αναφέρει το επίσημο κινεζικό πρακτορείο ειδήσεων Xinhua. Είναι προφανές πως Ουάσιγκτον και Πεκίνο προσπαθούν να πείσουν το εσωτερικό τους ακροατήριο ότι κατάφεραν να αποσπάσουν σημαντικές παραχωρήσεις από την άλλη πλευρά.

Οι όροι

Σύμφωνα με ανακοίνωση του Αμερικανού εμπορικού εκπροσώπου Ρόμπερτ Λαϊτχάιζερ, ο οποίος ήταν ο επικεφαλής Αμερικανός διαπραγματευτής όλους αυτούς τους μήνες, οι ΗΠΑ συμφώνησαν να τροποποιήσουν «σημαντικά» τους δασμούς που επιβάλλουν σε κινεζικά αγαθά, ενώ η Κίνα συμφώνησε να αγοράσει σημαντικά υψηλότερες ποσότητες αμερικανικών προϊόντων (αγροτικών κυρίως) και υπηρεσιών. Στο πλαίσιο της συμφωνίας, οι ΗΠΑ θα διατηρήσουν δασμούς 25% σε εισαγωγές από την Κίνα ύψους 250 δισ. δολαρίων περίπου τον χρόνο. Επίσης θα μειώσουν στο 7,5% τους δασμούς σε κινεζικές εισαγωγές ύψους 120 δισ. δολαρίων τον χρόνο.

Ωστόσο, πιο σοβαρές για τις ΗΠΑ είναι οι ρυθμίσεις που περιλαμβάνει η συμφωνία για την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας, ενώ το επίσης πολύ σημαντικό ζήτημα των κινεζικών κρατικών επιδοτήσεων προς κινεζικές επιχειρήσεις φαίνεται πως έμεινε εκτός συμφωνίας. Σύμφωνα με την ανακοίνωση του κ. Λαϊτχάιζερ, η Κίνα θα προβεί, στο πλαίσιο της συμφωνίας, σε μόνιμες μεταρρυθμίσεις στους τομείς της πνευματικής ιδιοκτησίας, της μεταφοράς τεχνολογίας, της γεωργίας, των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, αλλά και θα περιλαμβάνει επίσης «ισχυρό σύστημα επίλυσης διαφορών».

Ο Κινέζος αναπληρωτής υπουργός Εμπορίου, Γουάνγκ Σούβεν, δήλωσε χθες ότι η συμφωνία περιλαμβάνει τη σταδιακή μείωση των αμερικανικών δασμών και την αύξηση των εισαγωγών από τις ΗΠΑ. Πρόσθεσε ότι συγκεκριμένα στοιχεία για τις αγορές αγροτικών προϊόντων θα δημοσιευθούν αργότερα. Και οι δύο πλευρές συμφώνησαν να ολοκληρώσουν τάχιστα τη νομική επεξεργασία και μετάφραση της συμφωνίας, ώστε να ακολουθήσει η επίσημη τελική υπογραφή.

Ο κ. Τραμπ είχε ανακοινώσει για πρώτη φορά την επίτευξη συμφωνίας στις 11 Οκτωβρίου. Η επίτευξή της αποτελεί μια βραχυπρόθεσμη πολιτική νίκη για τον Αμερικανό πρόεδρο και θα του επιτρέψει να υποστηρίξει πως η πολιτική της κήρυξης εμπορικού πολέμου και επιβολής δασμών απέδωσε τελικά. Ωστόσο, κατηγορείται ήδη τόσο από Δημοκρατικούς όσο και από ορισμένους Ρεπουμπλικανούς πως δεν κατάφερε να αποσπάσει κάτι από την Κίνα στο φλέγον ζήτημα των κινεζικών κρατικών επιδοτήσεων, που καθιστούν αθέμιτο τον ανταγωνισμό.

Για τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ, η έστω και μερική μείωση των δασμών που έχουν επιβάλει οι ΗΠΑ αποτελεί επίσης νίκη, καθώς το Πεκίνο υποστήριζε τις προηγούμενες εβδομάδες ότι δεν πρόκειται να δεχθεί συμφωνία εάν αυτή δεν περιλαμβάνει μείωση των δασμών.

Ο κ. Τραμπ ανακοίνωσε χθες ότι θα αρχίσουν αμέσως οι διαπραγματεύσεις για τη δεύτερη φάση της εμπορικής συμφωνίας με την Κίνα. Το Πεκίνο πάντως ανακοίνωσε πως αυτό θα εξαρτηθεί από την εφαρμογή της πρώτης φάσης. Θα χρειαστεί να περάσει πολύς καιρός και να γίνουν ακόμη σημαντικά βήματα ώστε να υπάρξει κλίμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ Ουάσιγκτον και Πεκίνου.