ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αναβάθμιση Βρετανίας από τους οίκους S&P και Fitch

gkat_27_1912_page_1_image_0001

Σε αναβάθμιση των προοπτικών της Βρετανίας προχώρησαν οι οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης Fitch και Standard and Poor’s, μετά τη θριαμβευτική νίκη των Συντηρητικών την προηγούμενη εβδομάδα. Οι αξιολογήσεις των δύο οίκων δημοσιεύτηκαν λίγες μόλις ώρες αφότου ο πρωθυπουργός της Βρετανίας, Μπόρις Τζόνσον, ανακοίνωσε το σχέδιό του για λήξη της μεταβατικής περιόδου σχετικά με το Brexit στο τέλος του 2020.

Ο S&P αναβάθμισε τις προοπτικές της Βρετανίας από το επίπεδο του αρνητικού σε σταθερό, καθώς το ενδεχόμενο ενός Brexit χωρίς συμφωνία είναι πλέον μικρότερο, όπως εξηγούν οι αναλυτές του οίκου, σύμφωνα με το Bloomberg.

Ο Fitch απέσυρε τις προοπτικές που προμήνυαν υψηλό κίνδυνο υποβάθμισης. Παρά την αναβάθμιση, ο οίκος Fitch διατήρησε αρνητικές προοπτικές για τη βρετανική οικονομία.

«Κατά τη γνώμη μας, η ισχυρή εντολή της νέας κυβέρνησης να προχωρήσει στο επόμενο στάδιο των διαπραγματεύσεων για το Brexit μειώνει την πιθανότητα μιας άτακτης εξόδου χωρίς συμφωνία», αναφέρεται σε έκθεση των αναλυτών της S&P.

«Παρά την τρέχουσα στάση της κυβέρνησης, αναμένουμε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο θα επιδιώξει, και η Ε.Ε. θα χορηγήσει, παράταση μετά τον Δεκέμβριο του 2020, ώστε να διαπραγματευτεί τη μελλοντική σχέση μεταξύ των δύο», σημειώνεται στην ίδια έκθεση, σύμφωνα με σχετικό δημοσίευμα του Bloomberg.

Οι αναβαθμίσεις των S&P και Fitch δεν επηρέασαν τη βρετανική λίρα, η οποία είχε ήδη φτάσει στο χαμηλότερο επίπεδο από τον Νοέμβριο του 2018, χάρη στην ανακοίνωση του Τζόνσον ότι η μεταβατική περίοδος θα λήξει στο τέλος του 2020.

«Αυτή είναι η διόρθωση του κλίματος ευφορίας των εκλογών, αργά αλλά σταθερά, ενώ καθίσταται σαφές πως το θέμα της εξόδου της χώρας δεν έχει λήξει και ότι ακόμα μία προθεσμία σκληρού Brexit καραδοκεί στο τέλος του έτους», δήλωσε στο Reuters o Θου Λαν Νγκουγιέν, στέλεχος της Commerzbank.

Εχοντας εξασφαλίσει την πλειοψηφία των εδρών, ο Τζόνσον θα επιδιώξει την έξοδο της χώρας από την Ευρωπαϊκή Ενωση στις 31 Ιανουαρίου. Επειτα, θα ξεκινήσει η μεταβατική περίοδος, κατά την οποία οι δύο πλευρές θα προσπαθήσουν να διαμορφώσουν τη σχέση τους με τα νέα δεδομένα. Οι διαπραγματεύσεις και η εμπορική συμφωνία που θα προκύψει, θα περιλαμβάνουν μια ευρύτατη γκάμα θεμάτων από τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και τους δασμούς μέχρι την αλιεία.

Πολλοί αναλυτές θεωρούν ότι ο ορισμός τόσο μικρής προθεσμίας, στο τέλος του 2020, θα αποτελέσει καταδίκη για το βρετανικό εμπόριο, καθώς ενισχύεται το σενάριο επιβολής δασμών και ανακύπτουν ακόμη πολλά εμπόδια.

Το εξαιρετικά περιορισμένο χρονικό διάστημα που δίνεται στις δύο πλευρές προκειμένου να διαπραγματευτούν, προδικάζει ότι ορισμένα ζητήματα θα αφεθούν εκτός εμπορικής συμφωνίας, όπως εκτιμά ο αντιπρόεδρος της Κομισιόν Βάλντις Ντομπρόβσκις.

Από την άλλη πλευρά, η JPMorgan προβλέπει ότι σε περίπτωση κατά την οποία πράγματι η προθεσμία λήξει στο τέλος του 2020, κατά 25% η χώρα θα φύγει από την Ευρωπαϊκή Ενωση χωρίς συμφωνία.

Τον Νοέμβριο, πριν από τη νίκη των Συντηρητικών στη Βρετανία, ο οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης Moody’s είχε υποβαθμίσει τις προοπτικές της βρετανικής οικονομίας από σταθερές σε αρνητικές, εξηγώντας ότι το Brexit υπήρξε καταλύτης για τη διάβρωση της θεσμικής ισχύος της χώρας.

Απαιτητικό χρονοδιάγραμμα

Μεγαλύτερο κίνδυνο σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ενωση διατρέχει η Βρετανία, στην περίπτωση που οι δύο πλευρές δεν καταφέρουν να έρθουν σε συμφωνία μέσα στη δεδομένη προθεσμία, όπως υπογράμμισε χθες η επικεφαλής της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν.

«Το χρονοδιάγραμμα που έχουμε μπροστά μας είναι εξαιρετικά απαιτητικό»,  δήλωσε χθες η Φον Ντερ Λάιεν, σύμφωνα με το Reuters. «Τελειώνει τον Δεκέμβριο του 2020. Μας αφήνει πολύ λίγο χρόνο. Στην περίπτωση που δεν μπορούμε να έρθουμε σε συμφωνία μέχρι το τέλος του 2020, θα έρθουμε ξανά αντιμέτωποι με μία κατάσταση στο χείλος του γκρεμού», συμπλήρωσε η Φον Ντερ Λάιεν.

Με τον ορισμό της σύντομης προθεσμίας στο τέλος του ερχόμενου έτους, ο Βρετανός πρωθυπουργός Μπόρις Τζόνσον, ελπίζει ότι οι Βρυξέλλες θα προχωρήσουν το ζήτημα του Brexit και οι δύο πλευρές θα φτάσουν γρηγορότερα σε συμφωνία.

Η επικεφαλής της Κομισιόν επεσήμανε ότι «αυτό θα μπορούσε σαφώς να βλάψει τα συμφέροντά μας, αλλά θα επηρέαζε περισσότερο το Ηνωμένο Βασίλειο παρά εμάς, καθώς η Ευρωπαϊκή Ενωση θα συνεχίσει να ευνοείται από την ενιαία αγορά, την τελωνειακή ένωση και τις 70 διεθνείς συμφωνίες, που έχουμε συνάψει με τους εταίρους μας».

Οσον αφορά τις εμπορικές σχέσεις της Βρετανίας με τις ΗΠΑ, ο Αμερικανός εκπρόσωπος εμπορίου Ρόμπερτ Λαϊτχάιζερ δήλωσε ότι αποτελούν πρώτη προτεραιότητα για την Ουάσιγκτον. Οι διαπραγματεύσεις θα ξεκινήσουν μόλις η Βρετανία ορίσει τους επόμενους στόχους της για μετά το Brexit.