ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αναδιάρθρωση του συστήματος συνταξιοδότησης στη Βρετανία

Σε λίγους μήνες, οι βρετανικές επιχειρήσεις πρέπει να αρχίσουν να συμμορφώνονται με τα νέα πρότυπα λογιστικής που ουσιαστικά ακυρώνουν την παραδοσιακή βρετανική σύνταξη. H κατάργηση, όμως, των παραδοσιακών συντάξεων που βασίζονται στον τελευταίο μισθό, θα είναι το αποτέλεσμα όχι των λογιστικών τεχνικών λεπτομερειών αλλά μιας θεμελιώδους στροφής που έκαναν οι διοικήσεις των επιχειρήσεων.

Πρόκειται για τις νέες προδιαγραφές παρουσίασης των οικονομικών αποτελεσμάτων των επιχειρήσεων που έχουν τον τίτλο Financial Reporting Standard 17 (FRS 17) και πρόκειται να επηρεάσουν τους ισολογισμούς των επιχειρήσεων όταν αυτές παρουσιάζουν τα αποτελέσματά τους την άνοιξη. Είναι ένας σαφέστερος τρόπος λογιστικής παρουσίασης των υποχρεώσεων για την καταβολή συντάξεων, αλλά απαιτεί από τις εταιρείες να εμφανίζουν στους ισολογισμούς τους το πλεόνασμα του συνταξιοδοτικού τους ταμείου ή το έλλειμμα του ενεργητικού τους σε σχέση με τις υποχρεώσεις τους. Οι υποχρεώσεις αυτές θα υπολογίζονται με μια δοκιμασία στην αγορά: οι μελλοντικές υποχρεώσεις για την καταβολή συντάξεων θα υπολογίζονται με το προεξοφλητικό επιτόκιο που θα πηγάζει από τα εταιρικά ομόλογα με βαθμολογία ΑΑ.

Σε μια στιγμή που οι τιμές των μετοχών έχουν υποχωρήσει από τα ανώτατα επίπεδά τους, ο αντίκτυπος του FRS 17 στις ανακοινώσεις αποτελεσμάτων των εταιρειών ενδέχεται να αποδειχθεί δυσάρεστος για τις εταιρείες με ανεπαρκώς χρηματοδοτούμενα συνταξιοδοτικά σχήματα. Σε ακραίες περιπτώσεις, η αποδυνάμωση του ισολογισμού της εταιρείας μπορεί να την εμποδίσει να καταβάλει μέρισμα στους μετόχους. Οι νέες προδιαγραφές σχετίζονται με τις συνεχώς αυξανόμενες υποχρεώσεις των συνταξιοδοτικών ταμείων. Στο σύνολό τους αναμένεται να επιφέρουν συνολική αναδιάρθρωση του συστήματος συνταξιοδότησης που εφαρμόζουν οι βρετανικές επιχειρήσεις. Ουσιαστικά μια στροφή από το σύστημα καταβολής συντάξεων βάσει ενός ποσοστού του τελευταίου μισθού, σ’ ένα σύστημα που θα βασίζεται στις εισφορές: ο συνταξιούχος θα λαμβάνει ουσιαστικά τα χρήματα που θα έχουν συγκεντρωθεί με την πάροδο του χρόνου από τις δικές του εισφορές σε συνδυασμό με τις εισφορές των εργοδοτών του. H στροφή αυτή έχει γίνει εδώ και χρόνια στα συνταξιοδοτικά συστήματα που εφαρμόζουν οι εταιρείες στις ΗΠΑ και τη Νότιο Αφρική.

Η αλλαγή αυτή έχει πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. H σημαντικότερη επίπτωσή της για τον υπάλληλο είναι ότι αναλαμβάνει τη διακινδύνευση της επένδυσης. Απαλλάσσει, ωστόσο, την επιχείρηση από την υποχρέωση να διασφαλίσει ένα επίπεδο σύνταξης. H πλειονότητα των Βρετανών εργοδοτών που παρέχουν εταιρικά συνταξιοδοτικά ταμεία εξακολουθεί να χρησιμοποιεί συστήματα βασιζόμενα στον τελευταίο μισθό. Αυξάνεται, ωστόσο, ταχύτατα ο αριθμός των συστημάτων που λειτουργούν βάσει των εισφορών. Πολλές μεγάλες επιχειρήσεις, οι J. Sainsbury, Lloyds TSB, Barclays, British Telecommunications, αρχίζουν να εγκαταλείπουν το παλαιό σύστημα και να στρέφονται στο σύστημα βάσει των εισφορών. Αν κάποιες εταιρείες προτιμούν να διατηρήσουν το παλαιό σύστημα, έχουν τη δυνατότητα να το κάνουν αλλά θα πρέπει να δαπανήσουν χρόνο και ενέργεια προκειμένου να συμμορφωθούν με τις ρυθμίσεις και να εξηγήσουν τις λογιστικές τους μεθόδους στους μετόχους. Σε τελική ανάλυση, η νέα αυτή λογιστική μέθοδος δεν συνεπάγεται περαιτέρω κόστος, απλώς αναφέρει ρητώς μια υποχρέωση που η εταιρεία είχε πάντα.

Η πραγματική αιτία που οι εταιρείες εγκαταλείπουν το σύστημα καταβολής συντάξεων βάσει του τελευταίου μισθού, είναι η βαθύτερη αλλαγή στη φύση της δέσμευσης για καταβολή σύνταξης αλλά και στην προϋπάρχουσα σχέση ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργαζόμενο.

Στη Βρετανία, η παραδοσιακή δέσμευση των επιχειρήσεων για καταβολή συντάξεων αποτελούσε τμήμα μιας κατά κάποιον τρόπο προστατευτικής και μακρόπνοης σχέσης με τους υπαλλήλους τους. Οι αφοσιωμένοι υπάλληλοι εισέπρατταν την πλήρη αξία των συντάξεών τους, ενώ εκείνοι που άλλαζαν εταιρεία έχαναν ένα μέρος της. Δεδομένου, όμως, του κινδύνου που συνεπάγεται ο πληθωρισμός στη Βρετανία, η ανοιχτή αυτή υποχρέωση προϋπέθετε ένα αντίστοιχο ενεργητικό που θα μπορούσε να την καλύψει.

Προέκυψε, έτσι, «η λατρεία των μετοχών», το ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό του ενεργητικού των βρετανικών συνταξιοδοτικών ταμείων που επενδύεται σε κοινές μετοχές. Το σύστημα αυτό λειτούργησε όσο οι προσδοκίες των υπαλλήλων και οι χαλαρές σχετικές ρυθμίσεις παραχωρούσαν στις εταιρείες περιθώρια ελιγμών.

Καθώς οι ρυθμίσεις γίνονται άκαμπτες και οι προσδοκίες αυξάνονται, η δέσμευση για καταβολή σύνταξης άρχισε να προσλαμβάνει έναν χαρακτήρα συμβολαίου. Οι νέες προδιαγραφές FRS 17 είναι το τελευταίο σύμπτωμα αυτής της αλλαγής. Παράλληλα, άλλωστε, σε πολλά συνταξιοδοτικά ταμεία συμβαίνει να έχει συνταξιοδοτηθεί ένας σημαντικός αριθμός μελών τους και ο μισθός τους είναι ήδη γνωστός. Κι αυτό σε συνδυασμό με την υποχώρηση του πληθωρισμού περιορίζει την αβεβαιότητα σε σχέση με το ύψος των μελλοντικών υποχρεώσεων. Πρόκειται, εν ολίγοις, για τη σημαντικότερη αλλαγή που πρόκειται να επιφέρει μια νέα λογιστική μέθοδος.