ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μειώνονται διαρκώς οι χρηματιστηριακοί αναλυτές στις ΗΠΑ

meionontai-diarkos-oi-chrimatistiriakoi-analytes-stis-ipa-2354022

Μία από τις επαγγελματικές ομάδες στη Γουόλ Στριτ, η οποία πλήττεται από την αυτοματοποίηση της εργασίας, δεν είναι άλλη από εκείνη των αναλυτών. Πέραν της εισβολής της ρομποτικής και της τεχνητής νοημοσύνης στο πεδίο της δουλειάς τους, είναι και οι αυστηρότερες ρυθμίσεις που τους επηρεάζουν, και ειδικά οι νέοι ευρωπαϊκοί κανόνες MiFID II για τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα. Ο Αντριου Χάουελ, αναλυτής επί 18 χρόνια στη Citigroup, αντελήφθη γρήγορα τι σημαίνει να κάνει μια δουλειά την οποία ολοένα και λιγότεροι πελάτες ζητούν, όπως αναφέρει σε σχετικό άρθρο του το ειδησεογραφικό πρακτορείο Bloomberg. Eτσι αποφάσισε να αλλάξει πορεία και, εγκαταλείποντας τη Citigroup, να βρεθεί σε ένα χώρο διαμοιρασμού επαγγελματικών γραφείων και να ασχολείται με ερευνητική δουλειά για λογαριασμό μη κερδοσκοπικής οργάνωσης. Κάτι ανάλογο κάνουν και πολλοί συνάδελφοί του, που πρέπει να επανεφεύρουν εαυτόν. Οι αναλυτές και αναλύτριες έχουν μειωθεί κατά 8% φέτος και φθάνουν τις 3.500 στις 12 μεγάλες αμερικανικές τράπεζες, όπως φανερώνουν πρόσφατα στοιχεία.

Aπό μέρους της ζήτησης, δηλαδή όσων φορέων και ατόμων αγοράζουν αναλύσεις, οι δαπάνες έχουν μειωθεί κατά 20%-30%, από τη στιγμή που τέθηκαν σε ισχύ οι κανόνες MiFID II. Ο Μάικ Καρόντους, ιδρυτής της εταιρείας ερευνών Substantive Research, η οποία παρακολουθεί το συναφές περιεχόμενο και την τιμολόγησή του, εκτιμά πως οι προϋπολογισμοί των ενδιαφερομένων για αναλύσεις θα περισταλούν επιπλέον το 2020 κατά 20%-30%. Οπως ορίζουν οι προβλέψεις στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής οδηγίας ΜiFID II, οι δαπάνες για τις έρευνες και τις αναλύσεις της αγοράς πρέπει να διαχωρίζονται από τις προμήθειες που καταβάλλονται για τη διεξαγωγή συναλλαγών. Οπερ σημαίνει πως τόσο οι αγοραστές όσο και οι πωλητές θα πρέπει να αιτιολογήσουν τη σχετική δαπάνη.

Τώρα πλέον οι διαχειριστές κεφαλαίων είναι εξοπλισμένοι με πλήθος δεδομένων από τηλεφωνικές συνομιλίες και συναντήσεις με ερευνητές και έχουν καλύτερη αίσθηση του τι πραγματικά αξίζει ο κάθε ένας και η κάθε μία εξ αυτών – ακόμη και αν δεν κάνει εντελώς αντικειμενική κρίση. Σύμφωνα με τον Καρόντους, «τώρα όσοι πληρώνουν την έρευνα και την ανάλυση ξέρουν πού βρίσκεται το πλεονέκτημά τους».