ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τα δημοσιονομικά ελλείμματα γίνονται πλέον αποδεκτά

agores3

Μέχρι πριν από λίγο καιρό οι περισσότεροι οικονομολόγοι θεωρούσαν καταδικαστέο καθετί που ξεπερνούσε τον συγκρατημένο δημόσιο δανεισμό σε κανονικές συνθήκες. Ως επί το πλείστον, δεν εμπιστεύονταν τις κυβερνήσεις και είχαν διάφορες θεωρίες για να αποδείξουν ότι το δημόσιο χρέος αποθαρρύνει τους ιδιώτες επενδυτές, αναθερμαίνει τον πληθωρισμό και επηρεάζει δυσμενώς το οικονομικό κλίμα. Σήμερα, όμως, τα δημοσιονομικά ελλείμματα γίνονται αποδεκτά και αυτό είναι μάλλον καλή εξέλιξη. Βέβαια, η παλιά προσέγγιση δεν εξέλειπε εντελώς. Πρόκειται για μία ενδιαφέρουσα αίσθηση ότι η κυβέρνηση είναι ένα είδος μεγάλης εθνικής οικογένειας, η οποία δεν θα πρέπει να ξοδεύει πιο πολλά απ’ όσα εισπράττει. Ετσι η Ευρωζώνη μείωσε τα ελλείμματα των κρατών-μελών της στο 3% του ΑΕΠ σε φυσιολογικές συνθήκες και ενέπνευσε τη Γερμανία να θεσπίσει το ανώτατο όριο του χρέους, βάσει του οποίου απαγορεύεται ο περαιτέρω δημόσιος δανεισμός, όταν το ετήσιο δημοσιονομικό έλλειμμα φθάνει στο 0,35% του ΑΕΠ.

Επιπλέον, προβλέπονται και κάποια περιθώρια κινήσεων αναλόγως οικονομικών συνθηκών. Λίγοι πολιτικοί, και μάλιστα κυρίως Γερμανοί, εξακολουθούν να πιστεύουν πως τα υψηλά ελλείμματα είναι απλά κάτι κακό, αλλά οι απόψεις εν πολλοίς έχουν αλλάξει. Λάβετε υπ’ όψιν τις κορυφαίες οικονομίες των κρατών της «Ομάδας των Επτά» (G7), δηλαδή των ΗΠΑ, της Ιαπωνίας, της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Βρετανίας, της Ιταλίας και του Καναδά. Το 2007, κατά μέσον όρο, το δημοσιονομικό τους έλλειμμα έφθανε το 1,5% του ΑΕΠ, σύμφωνα με το ΔΝΤ. Ο Καναδάς και η Γερμανία εμφάνιζαν πλεονάσματα και μετά επήλθε η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση. Τα επόμενα τρία χρόνια ο μέσος όρος του δημοσιονομικού ελλείμματος ξεπέρασε το 7% και μέχρι το 2015 δεν είχε υποχωρήσει κάτω του 3% ξανά.

Αναφορικά, τώρα, με τον πληθωρισμό ο μέσος ετήσιος δείκτης στους «Επτά» έφθασε στο 2,9%, όταν ξέσπασε το 2008 η κρίση, το 2009 έπεσε στο 0,3%, ανήλθε στο 2,6% το 2011, μετά εξασθένησε και για το 2019 το ΔΝΤ εκτιμά πως κατά μέσον όρο αυξήθηκε 1,4%. Κανείς δεν καταλαβαίνει αληθινά τι προξενεί τον πληθωρισμό, αλλά μάλλον δεν τον συσχετίζουν με τα ελλείμματα. Βέβαια, όσοι τα μισούν πάντα θα βρίσκουν επιχειρήματα υπέρ των θέσεών τους. Ο δημόσιος δανεισμός, που τώρα μοιάζει ακίνδυνος, μπορεί να εγκυμονεί κινδύνους στο μέλλον ή πιθανώς τα ελλείμματα στο μέσον της κρίσης να συνιστούσαν ειδική περίπτωση. Το υψηλό δημοσιονομικό έλλειμμα των ΗΠΑ του 2020, που προβλέπεται στο 5,6% του ΑΕΠ ή άνω του 1 τρισ. δολαρίων, κατά τους υπολογισμούς του ΔΝΤ,  δυνητικά θα επέφερε τις από μακρού αναμενόμενες συνέπειες.

Οι κεντρικές τράπεζες αυτή τη στιγμή έχουν λίγα περιθώρια να περικόψουν επιτόκια για να αντεπεξέλθουν σε μία ύφεση. Θα μπορούσαν να καταφύγουν στην αγορά ομολόγων και άλλων τίτλων για να διοχετεύσουν νέο χρήμα στην αγορά, αλλά αυτό δεν έδειξε να τελεσφορεί ιδιαιτέρως. Κατά συνέπεια, φαίνεται δελεαστικότερο να αυξήσουν οι κυβερνήσεις τις δαπάνες τους.