ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μεγαλύτερη απειλή για τη διεθνή οικονομική ανάπτυξη ο κορωνοϊός

gkat_22_2502_page_1_image_0001

Καθώς η επιδημία του κορωνοϊού εξαπλώνεται σε όλο και μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη ενσπείροντας ανησυχία και ενίοτε πανικό, όλο και περισσότερες χώρες εξωθούνται στη λήψη μέτρων που διακόπτουν την οικονομική δραστηριότητα. Η εξάπλωση της επιδημίας εκτός Κίνας γίνεται, έτσι, ο πολλαπλασιαστής του αντικτύπου στην παγκόσμια οικονομία καθώς οδηγεί όλο και περισσότερες χώρες σε μια απομόνωση ανάλογη εκείνης που έχει ήδη πλήξει τη δεύτερη οικονομία του κόσμου. Και βέβαια προκαλεί περισσότερα ρήγματα στην παγκόσμια αλυσίδα προσφοράς.

Το μέγεθος της ανησυχίας εκφράζει η επικεφαλής του ΔΝΤ Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, χαρακτηρίζοντας την επιδημία «την πλέον πιεστική πηγή αβεβαιότητας» που αντιμετωπίζει αυτή τη στιγμή η παγκόσμια οικονομία. Σε άρθρο της στην ιστοσελίδα του ΔΝΤ, η κ. Γκεοργκίεβα τονίζει πως τον Ιανουάριο το Ταμείο δεν προέβλεπε τέτοια κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, αλλά τώρα «η επιδημία απειλεί να εκτροχιάσει την παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη που ήδη δεχόταν πιέσεις από την παγκόσμιο εμπορικό πόλεμο και το Brexit». Στο ίδιο άρθρο προεξοφλεί πως «ο αντίκτυπος θα μεγιστοποιηθεί σε περίπτωση που διακοπεί η προσφορά στην παγκόσμια αλυσίδα και πληγεί η εμπιστοσύνη των επενδυτών αν επεκταθεί η επιδημία εκτός Κίνας».

Ανησυχίες από το G20

Στη διάρκεια του Σαββατοκύριακου, άλλωστε, κι ενώ κεντρικοί τραπεζίτες και υπουργοί Οικονομικών του G20 εξέταζαν στο Ριάντ τρόπους θωράκισης των οικονομιών τους, η κ. Γκεοργκίεβα εξέφρασε την έντονη ανησυχία του Ταμείου για τις επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία. Μιλώντας από το βήμα του G20, τόνισε πως αν συνεχιστεί η μετάδοση της επιδημίας, οι συνέπειες θα είναι σημαντικές στην παγκόσμια οικονομία. Προσέθεσε, πάντως, πως το Ταμείο είναι έτοιμο να προσφέρει στήριξη σε όσες χώρες πληγούν και ιδιαιτέρως στις φτωχότερες,  παρέχοντας εγγυήσεις αλλά και διαγραφές χρέους. Ειδικότερα για την οικονομία της Κίνας, εξέφρασε την εκτίμηση πως «θα ανακάμψει αν ανακληθούν σύντομα τα μέτρα που διακόπτουν την οικονομική δραστηριότητα», αλλά προέβλεψε πως ο ρυθμός ανάπτυξης της Κίνας θα επιβραδυνθεί ραγδαία το πρώτο τρίμηνο του έτους.

Σε ό,τι αφορά, άλλωστε, την αντιμετώπιση τόσο αυτής καθ’ εαυτήν της επιδημίας όσο και του αντικτύπου της στην οικονομία, η κ. Γκεοργκίεβα υπογράμμισε πως «είναι ουσιώδους σημασίας να υπάρξει παγκόσμια συνεργασία, ιδιαιτέρως αν η επιδημία διαρκέσει περισσότερο και μεταδοθεί σε περισσότερες χώρες».

Οι κραδασμοί που κυοφορεί η επιδημία για την παγκόσμια οικονομία είναι πλέον σαφές πως θα μπορούσαν να αποδειχθούν τεκτονικοί όταν η γειτονική Ιταλία, τρίτη οικονομία της Ευρωζώνης, αναγκάζεται να διακόψει την οικονομική δραστηριότητα σε τμήμα του πλούσιου και βιομηχανικού Βορρά της. Με την οικονομική πρωτεύουσα της Ιταλίας, το Μιλάνο, στην καρδιά της επιδημίας και τις επιχειρήσεις της περιοχής να διακόπτουν τη λειτουργία τους, ο αντίκτυπος στην τρίτη οικονομία της Ευρωζώνης ενδέχεται να είναι καθοριστικός. Πολλώ δε μάλλον όταν η ιταλική οικονομία φλερτάρει πάλι με την ύφεση από το πρώτο τρίμηνο του έτους, ενώ το τελευταίο τρίμηνο του 2019 συρρικνώθηκε κατά 0,3%. Ο συνδυασμός των περιορισμών στις μετακινήσεις που έχει ήδη αναγκαστεί να επιβάλει η χώρα, η διακοπή της παραγωγής και της προσφοράς, όπως και ο άμεσος αντίκτυπος στον τουρισμό της γειτονικής χώρας, αναμένεται να καταφέρουν πλήγμα στην παραπαίουσα οικονομία της. Σημειωτέον ότι οι ξένοι τουρίστες στην Ιταλία δαπανούν περίπου 42 δισ. ευρώ ετησίως, σύμφωνα με υπολογισμούς της Τράπεζας της Ιταλίας.

Επιβραδύνει η Κίνα, φόβοι εκτίναξης των κόκκινων δανείων

Δεν είναι μόνο το ΔΝΤ που προεξοφλεί ραγδαία επιβράδυνση στην ανάπτυξη της κινεζικής οικονομίας με όσα αυτό συνεπάγεται βέβαια για την παγκόσμια οικονομία. Ανάλογες είναι οι εκτιμήσεις του οίκου πιστοληπτικής αξιολόγησης S&P Global Ratings που προειδοποιεί πως η οικονομική ανάπτυξη της Κίνας μπορεί να επιβραδυνθεί έως και στο 4,4% αν η επιδημία παραταθεί μέχρι και τον Απρίλιο. Στον ίδιο περίπου ρυθμό ανάπτυξης κατατείνουν και οι εκτιμήσεις των οικονομολόγων που την περασμένη εβδομάδα έλαβαν μέρος σε δημοσκόπηση του Reuters. Προβλέπουν στην πλειονότητά τους πως η ανάπτυξη της κινεζικής οικονομίας θα επιβραδυνθεί στο 4,5% το πρώτο τρίμηνο του 2020 από το 6% το τελευταίο τρίμηνο του 2019.

Ο οίκος S&P κρούει, άλλωστε, τον κώδωνα του κινδύνου για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια των κινεζικών τραπεζών που θα εκτιναχθούν σε επικίνδυνα επίπεδα σε περίπτωση ραγδαίας επιβράδυνσης της ανάπτυξης εξαιτίας του κορωνοϊού. Προεξοφλεί πως σε περίπτωση ραγδαίας επιβράδυνσης, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια των κινεζικών τραπεζών θα εκτιναχθούν φτάνοντας στο 1,1 τρισ. δολ. Την ίδια στιγμή αναλυτές της Goldman Sachs προειδοποιούν πως «η επιβράδυνση στον ρυθμό ανάπτυξης της Κίνας ενέχει κινδύνους για τα δανειακά χαρτοφυλάκια των κινεζικών τραπεζών και μια βραχυπρόθεσμη αύξηση των ομολόγων που δεν αποπληρώνονται».

Το Πεκίνο ανακοίνωσε χθες πως θα προχωρήσει στη λήψη περαιτέρω μέτρων για να θωρακίσει την κινεζική οικονομία. Η Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας δεσμεύθηκε πως θα μειώσει τα επιτόκια στα δάνεια προς τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις ώστε να αποτρέψει την κατάρρευσή τους από έλλειψη ρευστότητας. Σύμφωνα με σχετική δημοσκόπηση μόνο το 30% των κινεζικών επιχειρήσεων έχει κατορθώσει να επαναλειτουργήσει, ενώ οι περισσότερες εκφράζουν φόβους πως θα καταρρεύσουν από έλλειψη ρευστότητας. Το Πεκίνο έχει, πάντως, ήδη επιστρατεύσει το οπλοστάσιό του. Εχει επιτρέψει στις τοπικές κυβερνήσεις των περιφερειών να εκδώσουν σημαντικό όγκο νέου χρέους. Ανακοίνωσε προ ημερών στις τοπικές κυβερνήσεις ότι μπορούν να εκδώσουν μέχρι τον Μάρτιο ομόλογα συνολικής αξίας 848 δισ. γιουάν, ποσό αντίστοιχο των 120,74 εκατ. δολαρίων. Εχει, άλλωστε, δεσμευθεί πως θα λάβει μέτρα για να διευκολύνει την αναχρηματοδότηση του χρέους όσων εταιρειών συμμετέχουν με οποιοδήποτε τρόπο στην καταπολέμηση της επιδημίας είτε διαθέτοντας κεφάλαια είτε διεξάγοντας επιστημονικές έρευνες. Εχει επίσης διαθέσει 300 δισ. γιουάν, ποσό αντίστοιχο των 39,7 εκατ. δολαρίων, στις τράπεζες της χώρας για να διευκολύνει την αναχρηματοδότηση των χρεών τους. Ισως η σημαντικότερη αλλαγή πολιτικής ήταν η αναθεώρηση της εκστρατείας μείωσης του χρέους που έχει κηρύξει τα τελευταία χρόνια ο Κινέζος πρόεδρος, Σι Τζινπίνγκ: από τις αρχές Φεβρουαρίου οι ρυθμιστικές αρχές και η Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας ανακοίνωσαν ότι η πολιτική της απομόχλευσης και της μείωσης του χρέους μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα και προτεραιότητα της οικονομικής πολιτικής θα είναι πάλι η ισχυρή ανάπτυξη. Περίπου τις ίδιες ημέρες, άλλωστε, ανακοινώθηκε η απόφαση της Λαϊκής Τράπεζας της Κίνας να διοχετεύσει στο τραπεζικό σύστημα κεφάλαια ύψους 400 δισ. γιουάν, ποσό αντίστοιχο των 57 εκατ. δολαρίων. Παράλληλα, διοχέτευσε στις χρηματαγορές ρευστότητα ύψους 150 δισ. γιουάν, ποσό αντίστοιχο των 21,36 εκατ. δολαρίων.