ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Καινούργιο χρήμα τυπώνουν οι αναδυόμενες οικονομίες

Καινούργιο χρήμα τυπώνουν οι αναδυόμενες οικονομίες

Από την Τουρκία μέχρι τη Νότιο Αφρική και από τη Χιλή μέχρι τις Φιλιππίνες, οι κεντρικές τράπεζες των αναδυόμενων οικονομιών επιστρατεύουν τα εργαλεία αντισυμβατικής πολιτικής που έως τώρα είχαν δοκιμάσει μόνον οι ανεπτυγμένες οικονομίες.  Δεν έχουν, όμως, τις ίδιες ασφαλιστικές δικλίδες με τις ανεπτυγμένες οικονομίες και η προσπάθειά τους ενδέχεται να αποβεί επιζήμια. Ακολουθώντας το παράδειγμα της ΕΚΤ, της αμερικανικής Federal Reserve και πολλών άλλων μεγάλων κεντρικών τραπεζών, αγοράζουν κρατικά ομόλογα, ενίοτε και τίτλους εγχώριων εταιρειών.

Τυπώνουν, εν ολίγοις, καινούργιο χρήμα, με το οποίο προσπαθούν να ενθαρρύνουν τον δανεισμό και τις επενδύσεις, καθώς οι κινήσεις τους οδηγούν τα επιτόκια σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Ορισμένοι οικονομολόγοι, πάντως, είτε πρώην στελέχη κεντρικών τραπεζών είτε αναλυτές, σπεύδουν να τις προειδοποιήσουν. Τονίζουν πως όταν ένα πείραμα νομισματικής πολιτικής επαναλαμβάνεται σε διαφορετικό περιβάλλον από εκείνο στο οποίο έχει δοκιμαστεί, μπορεί να έχει ανεπιθύμητες παρενέργειες.

«Δεν νομίζω πως είναι συνετό ή αναγκαίο για τις αναδυόμενες αγορές να προχωρήσουν τώρα σε ποσοτική χαλάρωση», τονίζει στο Reuters ο Ντιβούρι Σουμπαράο, διοικητής της Τράπεζας της Ινδίας από το 2008 έως το 2013. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του, «οι κεντρικές τράπεζες αναλαμβάνουν έναν πιστωτικό κίνδυνο, που μάλλον δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν».

Οι αναδυόμενες οικονομίες όπως η Τουρκία και η Νότιος Αφρική δεν διαθέτουν τις αποταμιεύσεις που έχουν συγκεντρώσει οι ανεπτυγμένες οικονομίες. Εξαρτώνται, αντιθέτως, για τη χρηματοδότηση των ελλειμμάτων τους και τη στήριξη των νομισμάτων τους από το ξένο κεφάλαιο, που όμως προσελκύεται από τα υψηλά επιτόκια. Υιοθετώντας, επομένως, μέτρα που οδηγούν τα επιτόκια σε αρνητικό έδαφος, όπως συμβαίνει προ πολλού στις μεγάλες οικονομίες, διατρέχουν τον κίνδυνο να αποθαρρύνουν τους ξένους επενδυτές.

Οπως υπογραμμίζει ο Σαάντ Σιντικούι της JPMorgan, «για τις χώρες που προσέφεραν υψηλές αποδόσεις και έχουν ήδη χάσει μερικώς την πρόσβαση στις αγορές, οι κίνδυνοι της ποσοτικής χαλάρωσης είναι μεγαλύτεροι». Ο ίδιος εξηγεί πως μπορεί σε ανύποπτο χρόνο να σημειωθούν μαζικές εκροές κεφαλαίων από τις αναδυόμενες αγορές αν συνδυασθεί ο φόβος της ασταθούς πολιτικής με τον πληθωρισμό. Και τότε οι χώρες αυτές δεν θα μπορούν να αποφύγουν την επιβολή ελέγχων στις κινήσεις κεφαλαίου. Σύμφωνα με τον Σιντικούι, το πότε θα έρθει αυτός ο ανύποπτος χρόνος θα εξαρτηθεί από ένα συνδυασμό παραγόντων, μεταξύ των οποίων το μέγεθος των προγραμμάτων ποσοτικής χαλάρωσης και η ικανότητα των ιθυνόντων να πείσουν τις αγορές πως πρόκειται για προσωρινό μέτρο.

Θα παίξουν, άλλωστε, ρόλο οι πληθωριστικές πιέσεις, η δομή της εγχώριας αγοράς ομολόγων και ο όγκος των συναλλαγματικών διαθεσίμων της εκάστοτε χώρας εάν χρειαστεί να εξουδετερώσει τον αντίκτυπο από τις αγορές ομολόγων ή να στηρίξει το νόμισμά της. «Οπως συμβαίνει πάντα, η ανάγκη είναι μητέρα της επινόησης και, ελλείψει επενδυτών ενδιαφερόμενων να αγοράσουν το χρέος που εκδίδουν αθρόα οι αναδυόμενες αγορές, τα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης προσφέρουν μια διέξοδο», επισημαίνει ο Ντερκ Γουίλερ της Citi σε επιστολή του προς τους πελάτες του τραπεζικού ομίλου. Οταν η Fed παρείχε ρευστότητα στην αμερικανική οικονομία μέσω των προγραμμάτων ποσοτικής χαλάρωσης, το δολάριο ενισχύθηκε και υποχώρησαν οι αποδόσεις των ομολόγων του αμερικανικού δημοσίου. Αυτό συνέβη, βέβαια, επειδή οι επενδυτές εκτιμούσαν ότι με την παρέμβαση της Fed θα υπήρχε σταθερότητα. Σύμφωνα, όμως, με τους περισσότερους οικονομικούς αναλυτές δεν θα συμβεί κάτι ανάλογο στις ευάλωτες αναδυόμενες αγορές.

Στην Τουρκία, η κεντρική τράπεζα έχει ήδη αγοράσει από τα τέλη Μαρτίου κρατικά ομόλογα ύψους 5 δισ. δολαρίων. Στη Νότιο Αφρική και στις Φιλιππίνες οι κεντρικές τράπεζες προχωρούν σε απεριόριστες αγορές κρατικών ομολόγων στη δευτερογενή αγορά, ενώ η κεντρική τράπεζα της Ινδονησίας αγοράζει ομόλογα απευθείας στις δημοπρασίες του δημοσίου. Η Τράπεζα της Χιλής σχεδιάζει να αγοράσει ομόλογα αξίας 8 δισ. δολαρίων που βρίσκονται στα χαρτοφυλάκια τραπεζών. Στην περίπτωση αυτή, τα ομόλογα αυτά θα ανέλθουν στο 30% του ισολογισμού της, ποσοστό τριπλάσιο από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της αμερικανικής Fed και αντίστοιχο με το 3% του ΑΕΠ της χώρας. Και ήδη τα επιτόκιά της πλησιάζουν τα μηδενικά επίπεδα.