ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Καίριο χτύπημα στην προμηθευτική αλυσίδα

11amrk

Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι αλήθεια πως δεν δίνουν τη δέουσα προσοχή στο πώς λειτουργεί εσωτερικά το σύστημα μιας μηχανής, μέχρι ότου πάψει να δουλεύει.

Τα άδεια ράφια στα σούπερ μάρκετ, καθώς και οι ελλείψεις ζωτικής σημασίας προϊόντων για την αντιμετώπιση του κορωνοϊού, έστρεψαν την προσοχή των ανθρώπων στο διεθνές σύστημα προμηθευτικών αλυσίδων.

Ειδικά στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου το 2020 είναι μία χρονιά προεδρικών εκλογών, η κατάσταση αυτή θα μπορούσε να επισπεύσει την όλη διαδικασία αναθεώρησης της παγκοσμιοποίησης. Ισως κάτι τέτοιο από οικονομικής απόψεως να φαίνεται βλάσφημο. Την περίοδο ανάμεσα στο 2004 και το 2017 η παγκοσμιοποίηση κατέστησε δυνατό το να μειωθεί η φορολογία των εταιρειών, καθώς και άλλες δαπάνες τους, με αποτέλεσμα τα καθαρά περιθώρια κερδών των επιχειρήσεων, που συναπαρτίζουν τον δείκτη S&P 500, να αυξηθούν κατά 2,2 ποσοστιαίες μονάδες, σύμφωνα με έρευνα της Bank of America.

Ακόμα κι έτσι όμως, σε δημοσκόπηση της τράπεζας τον Φεβρουάριο, στην οποία συμμετείχαν 3.000 εταιρείες, φάνηκε ότι οι επικεφαλής του 80% και πλέον των επιχειρήσεων σε δώδεκα κλάδους με διεθνή συστήματα προμηθευτικών αλυσίδων είχαν κατά νουν να μετακινήσουν τουλάχιστον μέρος των δραστηριοτήτων τους σε άλλη τοποθεσία.

Και ήδη, άλλωστε, είχαν πολλούς λόγους να το πράξουν. Οι πολλές εμπορικές διενέξεις του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ υποχρέωσαν διάφορους επιχειρηματικούς κλάδους, από την υψηλή τεχνολογία μέχρι την αυτοκινητοβιομηχανία, να σκεφθούν να μεταφέρουν σε άλλον τόπο ορισμένα εργοστάσια ή να αλλάξουν προμηθευτές. Η αυτοματοποίηση θα μπορούσε να περιορίσει τις διαφορές που παρατηρούνται στο εργατικό κόστος ανάμεσα στις ανεπτυγμένες χώρες και τις αναδυόμενες οικονομίες.

Επιπροσθέτως, ένα ακόμα μεγαλύτερο ρόλο διαδραματίζει και η κλιματική αλλαγή. Παραδείγματος χάριν, το ανθρακικό αποτύπωμα από ένα ποδήλατο, που κατασκευάστηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες, είναι κατά 90% λιγότερο από ένα αντίστοιχο, το οποίο κατασκευάστηκε αρχικώς στην Ταϊβάν και στη συνέχεια εξήχθη στις Ηνωμένες Πολιτείες. Τα σχετικά καταγράφει στην έρευνά της η Bank of America.

Σήμερα και υπό τις παρούσες συνθήκες, η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ κάνει λόγο για επιτάχυνση της διαδικασίας αποδέσμευσης από το σύστημα προμηθευτικών αλυσίδων της Κίνας, που τροφοδοτεί τη βιομηχανία. Στην Κίνα εδράζεται το 25% της προστιθέμενης αξίας που παράγει ο παγκόσμιος κλάδος της μεταποίησης. Η έκκληση αυτή μπορεί να ακουστεί ως ένας αποτελεσματικός λαϊκιστικός ελιγμός για τους Αμερικανούς, που κατηγορούν το Πεκίνο εξαιτίας των χειρισμών του στην πανδημία. Θα μπορούσε, πάντως, να δημιουργήσει προβλήματα στις επιχειρήσεις που διατηρούν μικρά αποθέματα στα προϊόντα τους, ώστε να ελέγξουν τα κόστη τους. Ας δούμε τώρα δύο χώρες οι οποίες εισάγουν το ήμισυ των τροφίμων που χρειάζονται.

Στη μία, το Ηνωμένο Βασίλειο, οι περισσότερες προμηθευτικές αλυσίδες του λιανεμπορίου αποθηκεύουν προμήθειες ενός μηνός με κριτήριο την αξία τους. Η πανδημία του κορωνοϊού έδειξε πόσο εκτεθειμένη αφήνει τη χώρα αυτή η τακτική, όταν το σύστημα της προμηθευτικής αλυσίδας παύει να λειτουργεί.

Στην άλλη, την Ελβετία, επιβάλλεται μία κατά κεφαλήν ετήσια χρέωση 12 ελβετικών φράγκων για να επιδοτούνται οι εταιρείες να δημιουργούν αποθέματα τριών μηνών σε καύσιμα, λιπάσματα και βασικά είδη διατροφής, όπως είναι το ρύζι και το σιτάρι. Το να δημιουργεί κανείς κωλύματα στη λειτουργία του μηχανισμού του παγκόσμιου εμπορίου μπορεί να ακούγεται υπερβολικό, ενώ η πανδημία το προκάλεσε για μία και μόνη φορά. Και ενδεχομένως τα χειρότερα να μην έχουν έρθει ακόμα, όσον αφορά την πανδημία, αλλά και αναφορικά με άλλα προβλήματα, όπως τα ολοένα και πιο ακραία καιρικά φαινόμενα και οι απρόβλεπτα μεταβαλλόμενες καιρικές συνθήκες.

Ολα αυτά δημιουργούν μεγαλύτερες ευθύνες για να διασφαλιστούν οι αναγκαίες προμήθειες, υποβαθμίζοντας τον παράγοντα του κόστους, όχι ως προς τη σημασία αλλά ως προς την προτεραιότητα.