ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αμεση ανάλυση: Η Υφεση, η Πανδημία και η Ελληνική Οικονομία

amesi-analysi-i-yfesi-i-pandimia-kai-i-elliniki-oikonomia-2377875

Η «Μεγάλη Ύφεση» που ξέσπασε το 2007 (είχαν προηγηθεί οι φούσκες των επιχειρήσεων υψηλής τεχνολογίας τo 2001 και η κτηματομεσιτική φούσκα, το 2006) συνεχίζεται στις ημέρες μας. Μεταξύ των χαρακτηριστικών της είναι η εξασθένηση των ρυθμών μεγέθυνσης, οι οποίοι παρότι θετικοί εντούτοις απέχουν αισθητά από τους προ του 2007 υψηλότερους ρυθμούς μεγέθυνσης. Ακόμη, η κραυγαλέα διεύρυνση των εισοδηματικών ανισοτήτων, η συρρίκνωση του διεθνούς εμπορίου, η αύξηση του δημοσίου χρέους και των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών και η στασιμότητα κερδών και επενδύσεων.  

Οι περίοδοι άνθησης έχουν μεγάλη διάρκεια όπως της περιόδου 1982-2007, το ίδιο ισχύει και για τις υφέσεις, όπως αυτή που βιώνουμε από το 2007. Η πρόβλεψή μας, βασιζόμενη στην εξέλιξη των πραγματικών κερδών των ΗΠΑ, είναι ότι η ύφεση αναμένεται να διαρκέσει μέχρι τα μέσα περίπου του 2020, συν ή πλην δύο έτη.

Οι οικονομίες βγαίνουν από τις μακροχρόνιες υφέσεις όχι ως φυσική εξέλιξη αλλά ως συνδυασμός κερδοφορίας, δημιουργίας νέων θεσμών και εισαγωγή καινοτομιών που "αφήνουν εποχή". Τέτοιες μεγάλες καινοτομίες είναι οι εξής πέντε: o ατμός, το τρένο, ο ηλεκτρισμός, η αεροπλοΐα, το διαδίκτυο και καθεμιά από αυτές συνδέεται με έναν μακρό οικονομικό κύκλο. Στις μέρες μας βρισκόμαστε στα τέλη της ύφεσης του πέμπτου και στις αρχές πιθανότατα της άνθησης του έκτου μακρού κύκλου.

Ωστόσο δεν φαίνεται κάποια καινοτομία "μεγάλης πνοής" που θα οδηγήσει τις οικονομίες σε άνθηση με υψηλούς ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης και απασχόλησης, γι' αυτό και η τρέχουσα παρατεταμένη ύφεση. Η στασιμότητα  των  κερδών των οικονομιών αυξάνει υπέρμετρα πολύ το ρίσκο της πτώχευσης και υπό αυτές τις συνθήκες το κίνητρο και άρα η πιθανότητα ανάληψης μεγάλων καινοτόμων επενδυτικών σχεδίων, και θεσμικών μεταβολών που "αφήνουν εποχή" τελούν σε διαδικασία ωρίμανσης.

Η Πανδημία, αν μη τι άλλο, συμβάλλει στο βάθεμα της ύφεσης αλλά ταυτόχρονα οδηγεί και σε μια νέα οπτική της οικονομίας. Γίνεται καταλύτης και επιταχυντής εξελίξεων που οδηγούν στην ταχύτερη τεχνολογική μεταβολή, και τη "δημιουργική καταστροφή" που κατά τα φαινόμενα θα έλθει γρηγορότερα. Η εμπειρία της Ισπανικής Γρίπης την Άνοιξη του 1918 (οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο από 17 μέχρι και 100 εκατομμύρια νεκρούς!) διδάσκει ότι ναι μεν είχε βάθος, αλλά όχι διάρκεια. Ειδικότερα τα στοιχεία ΑΕΠ των ΗΠΑ δίνουν για το 1918 δείχνουν 8,6% ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ, ενώ το 1919 ο ρυθμός μεγέθυνσης μειώθηκε στο 0,8% που πρόκειται για ένα περαστικό "κρυολόγημα" συγκρινόμενο ακόμη και με την ύφεση του 1922 με ρυθμό μεγέθυνσης ΑΕΠ στο -2,3%, ενώ το 1932 είχαμε πτώση του ρυθμού μεγέθυνσης στο -13,8%. Η Πανδημία σήμερα έχει πολύ μικρότερες απώλειες σε ζωές αλλά λαμβάνει χώρα σε καταστάσεις διεθνούς ύφεσης και σε μια κατά πολύ πιο διασυνδεδεμένη παγκόσμια οικονομία που στο μεταξύ έχει ανακόψει τη συνήθη λειτουργία της. Συνεπώς έστω και φαινομενικά μικρά σοκ προσφοράς, όπως του Covid-19, έχουν πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα στις οικονομίες.

Η ελληνική οικονομία θα υποστεί της συνέπειες του βαθέματος της διεθνούς ύφεσης με σημαντική μείωση του ΑΕΠ και αύξηση της ανεργίας. Τα ποσοστά ποικίλουν από -4% μέχρι  στο εξωπραγματικό, με τα σημερινά δεδομένα, -10% και η ανεργία εκτιμάται ότι θα κυμανθεί στο 20%. Οι προκλήσεις της Ελλάδας δυστυχώς δεν περιορίζεται στα οικονομικά, αλλά περιλαμβάνουν και ευρύτερα διεθνή ζητήματα (ελληνοτουρκικά) που κάθε ελληνική κυβέρνηση καλείται να αντιμετωπίσει. Ωστόσο η πανδημία ανέδειξε τη μεγάλη  εγρήγορση  και τον υψηλό βαθμό κινητοποίησης των Ελλήνων πράγμα που σημαίνει ότι υπάρχει μεγάλη ετοιμότητα αλλά ταυτόχρονα και αυξημένες προσδοκίες από το δημόσιο να αναλάβει πολύ πιο ενεργό ρόλο στη σημερινή συγκυρία.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η πιο οργανωμένη δύναμη στην ελληνική κοινωνία ήταν και αναμφίβολα είναι το κράτος το οποίο θα πρέπει να ενεργοποιηθεί πολύ περισσότερο αναλαμβάνοντας πρωτοβουλίες και να συμβάλει στον επανασχεδιασμό της ελληνικής οικονομίας. Οι προτάσεις που ακολουθούν αφορούν το επιθυμητό και όχι κατ' ανάγκην το εφικτό στις παρούσες συνθήκες και πολιτική βούληση.

Οι προσεκτικά σχεδιασμένες δημόσιες επενδύσεις θα πρέπει να έχουν προτεραιότητα έναντι της δημόσιας κατανάλωσης. Ακόμη και αν οι επενδύσεις γίνονται με δανεισμό στο τέλος μένουν για να χρησιμοποιούνται μελλοντικά, δεν μπορούμε όμως να πούμε το ίδιο και για την κατανάλωση που στο τέλος μένει το βάρος του χρέους. Η αύξηση της ρευστότητας στην οικονομία και ο ενεργότερος ρόλος του δημοσίου κατευθύνοντας την πίστη σε τομείς όπως: καινοτόμες αγροτικές εκμεταλλεύσεις σε μια προσπάθεια επανασχεδιασμού της αγροτικής παραγωγής στοχεύοντας σε εκμεταλλεύσεις που εξασφαλίζουν απόλυτο πλεονέκτημα λόγω γεωφυσικών ιδιαιτεροτήτων της χώρας. Η αναμενόμενη κάμψη του τουρισμού να οδηγήσει στην επανεξέτασή του και στην ενθάρρυνση νέων μορφών τουρισμού όπως ο ιαματικός, ο ιατρικός και ο θρησκευτικός. Χρηματοδότηση της βασικής έρευνας και όχι κατ' ανάγκη των ερευνητών στοχεύοντας περισσότερο στα αποτελέσματα και στην αξιοποίησή τους. Μεγαλύτερη εξωστρέφεια στην εκπαίδευση και στην συμμετοχή Ελλήνων επιστημόνων του εξωτερικού στα ΑΕΙ και σε ερευνητικά κέντρα καθώς και σε επιχειρήσεις αιχμής σε μια προσπάθεια να κρατήσουμε επαφή με την έρευνα στις νέες τεχνολογίες με την προοπτική την εισαγωγή τους στην ελληνική οικονομία. Η έρευνα πλέον προάγεται μέσω δραστηριοτήτων που λαμβάνουν χώρα διεθνώς μεταξύ πολλών εμπλεκομένων και η Ελλάδα θα πρέπει να συμμετάσχει. Η ιδέα είναι η ελληνική οικονομία να περάσει κατευθείαν στην επόμενη φάση έχοντας πετύχει την ανασυγκρότηση του παραγωγικού της ιστού και τη στροφή προς τη (νέα) βιομηχανική παραγωγή.

Τα δημοσιονομικά περιθώρια της Ελλάδας είναι στενά, παρόλα αυτά με δεδομένο ότι το επόμενο έτος οι υποχρεώσεις είναι περιορισμένες και σε συνδυασμό με το απόθεμα ασφαλείας που έχει σωρευτεί λόγω παρελθόντων πλεονασμάτων καθώς και η μη τήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων αφήνουν πολύ μεγαλύτερα περιθώρια από ότι συνήθως θεωρούμε. Ακόμη, οι πόροι από το ΕΣΠΑ, την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων καθώς και το SURE παρέχουν επιπλέον χρηματοδοτικές δυνατότητες. Τέλος, αναμένονται σειρά θεσμικών μεταβολών στην ΕΕ (εφόσον παραμείνει ως τέτοια) που αναμένεται να βοηθήσουν ακόμη περισσότερο. Ήδη έχουν γίνει αρκετά και το σημερινό θεσμικό περιβάλλον έχει αλλάξει αισθητά συγκρινόμενο με αυτό τού προ του 2010.

Είναι ειρωνικό ότι τον αυξημένο ρόλο του δημοσίου καλείται να τον φέρει εις πέρας μια πολιτική ηγεσία που εμφορείται από τις ιδέες του λιγότερου κράτους και τον αυξημένο ρόλο της αγοράς. Ωστόσο, όταν η ανάγκη καλεί όλοι στο τέλος γίνονται κεϋνσιανοί.

*Ο Λευτέρης Τσουλφίδης είναι καθηγητής του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας