ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Κρατική συμμετοχή σε ΜμΕ προωθεί η Ε.Ε.

commission

Η συμμετοχή των κυβερνήσεων σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι το νέο σχέδιο που εξετάζουν οι Ευρωπαίοι πολιτικοί καθώς αναζητούν τρόπους να στηρίξουν τις οικονομίες τους και να τις ανορθώσουν μετά το πλήγμα της πανδημίας.

Η ιδέα εξετάζεται για να αποτρέψει μια αλυσίδα πτωχεύσεων που θα μπορούσε να ανακόψει την ανάκαμψη των ευρωπαϊκών οικονομιών. Τείνει, έτσι, να αντικαταστήσει ή τουλάχιστον να αναπληρώσει τα μέτρα που έχουν έως τώρα αποφασιστεί και βασίζονται κυρίως στη χορήγηση φθηνών δανείων στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Εχει προηγηθεί η απόφαση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, έπειτα από σχετική ενθάρρυνση της Κομισιόν, να εξαγοράζουν εφεξής μερίδια σε μεγάλες, ιδιαιτέρως σε στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεις τους.  Στόχος αυτής της πολιτικής είναι να παραμείνουν οι σημαντικές επιχειρήσεις σε ευρωπαϊκά χέρια και να προστατευθούν, ώστε να μην γίνουν λεία ξένων επιχειρήσεων που τις επιβουλεύονται.

Σύμφωνα με σχετικό ρεπορτάζ του Bloomberg, τόσο η Κομισιόν όσο και η Τράπεζα της Αγγλίας έχουν παρουσιάσει την ιδέα και ήδη την εξετάζει το υπουργείο Οικονομικών της Γαλλίας αλλά και το υπουργείο Οικονομικών της Γερμανίας. Οσον αφορά ειδικότερα τη Γερμανία, η ένωση γερμανικών επιχειρήσεων DIHK τάσσεται ανοιχτά υπέρ της ιδέας αυτής, καθώς αναφέρει πως σχεδόν τα μισά από τα μέλη της έχουν δει τα κεφάλαιά τους να εξανεμίζονται και τους επενδυτές να τα εγκαταλείπουν.

Οι ενέσεις κεφαλαίου στις εθνικές επιχειρήσεις δεν αποτελούν, βέβαια, καινοτομία. Στη διάρκεια της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης οι κυβερνήσεις χορήγησαν κρατικές ενισχύσεις στις τράπεζές τους, ενώ το γερμανικό κράτος ελέγχει περισσότερο από το 15% της δεύτερης σε μέγεθος τράπεζας της Γερμανίας, της Commerzbank.

Ολη αυτή η προσπάθεια, όμως, που επικεντρώθηκε στη διάσωση των μεγάλων εταιρειών, προκάλεσε την αντίδραση της κοινής γνώμης κατά των Αρχών, που επικρίθηκαν δριμύτατα ότι αδιαφόρησαν για τις χειμαζόμενες μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, ενώ αυτές προσφέρουν εργασία στην πλειονότητα του εργατικού δυναμικού.

Και, βέβαια, η πανδημία και η αναστολή της οικονομικής δραστηριότητας έχει φέρει πολλές από τις μικρές επιχειρήσεις στα πρόθυρα της πτώχευσης ακριβώς επειδή έχουν μείνει χωρίς ρευστότητα.

Οπως τονίζει το Bloomberg, αν η ιδέα για κρατική συμμετοχή στις μικρές επιχειρήσεις λάβει σάρκα και οστά, το κράτος θα έχει αναλάβει ισχυρότατο και καθοριστικό ρόλο στη διαχείριση της οικονομίας. Στην περίπτωση αυτή, αναπόφευκτα, οι κυβερνήσεις θα γίνουν αποδέκτες της κριτικής ότι επιλέγουν ποιες επιχειρήσεις θα επιβιώσουν και ποιες θα χαθούν.

Οι οικονομολόγοι που υποστηρίζουν αυτή την ιδέα, πάντως, επιμένουν πως αν χορηγηθούν νέα δάνεια, τότε θα επιβαρυνθούν δυσανάλογα οι επιχειρήσεις και τελικά η βοήθεια θα αποβεί εις βάρος της οικονομίας. Σύμφωνα με τον Γιαν Κράνεν, διευθυντή του Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών Λάιμπνιτζ στη Φρανκφούρτη, που προωθεί την ιδέα σε επίπεδο Ε.Ε., «αν χορηγηθούν νέα δάνεια, οι επιχειρήσεις θα κινδυνεύσουν να συσσωρεύσουν τόσα χρέη, ώστε στη συνέχεια θα είναι απίθανο να προχωρήσουν σε επενδύσεις». Γι’ αυτό και επιμένει πως το πρόβλημα αυτό θα μπορούσε να αποφευχθεί με μια άλλη μορφή χρηματοδότησης.

Από την πλευρά της, η Κομισιόν προειδοποίησε μέσα στην εβδομάδα για τον κίνδυνο μιας μεγάλης αύξησης των πτωχεύσεων επιχειρήσεων, «που θα μπορούσε να διευρύνει και να επιμηκύνει το σοκ της πανδημίας και παράλληλα να αυξήσει τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια». Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Κομισιόν, μόνο μέσα στο τρέχον έτος θα χρειαστούν γύρω στα 720 δισ. ευρώ για να διασφαλισθεί η επιβίωση επιχειρήσεων της Ε.Ε. που υπό άλλες συνθήκες θα ήταν απολύτως βιώσιμες.

Μαζί με άλλους πέντε οικονομολόγους, ο Κράνεν ζητεί τη θέσπιση ενός «Ευρωπαϊκού Ταμείου Κεφαλαίων κατά της Πανδημίας», που θα χορηγεί ενέσεις κεφαλαίου με αντάλλαγμα προκαθορισμένο μερίδιο στα μελλοντικά κέρδη της επιχείρησης. Οι εν λόγω οικονομολόγοι ζητούν να είναι το εν λόγω Ταμείο ανοιχτό σε επιχειρήσεις κάθε μεγέθους, που θα έχουν το δικαίωμα να επαναγοράσουν τα μερίδιά τους σε μια προκαθορισμένη τιμή.

Τα στελέχη της έχουν προτείνει τη θέσπιση «ενός εργαλείου στήριξης της φερεγγυότητας των επιχειρήσεων» στο πλαίσιο του Ταμείου Ανάκαμψης που θα έχει έναν μικρό προϋπολογισμό και θα κινητοποιήσει 300 δισ. ευρώ από επενδύσεις του ιδιωτικού τομέα. Οπως, άλλωστε, δήλωσε ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ο κορυφαίος οικονομολόγος του ΟΟΣΑ Λόρενς Μπουν, «εισερχόμαστε σε μια φάση που μπορεί να δούμε να κλονίζεται η φερεγγυότητα των επιχειρήσεων αν οι κυβερνήσεις αρχίσουν να περιορίζουν τη στήριξή τους».

Ο ίδιος τόνισε πως, αντιθέτως, «οι επιχειρήσεις θα είναι πιο ανθεκτικές όπου οι κυβερνήσεις χορηγήσουν κρατικές ενισχύσεις υπό τη μορφή ενέσεων κεφαλαίου». Οπως ακριβώς και η αντίστοιχη πρόταση της Κομισιόν, η πρόταση του Κράνεν και των άλλων πέντε οικονομολόγων προβλέπει έναν μικρό προϋπολογισμό για το εν λόγω Ταμείο, που όμως θα αντλεί παράλληλα κεφάλαια εκδίδοντας ομόλογα. Θα ενισχύεται, άλλωστε, από θεσμικούς επενδυτές, όπως είναι, για παράδειγμα, τα συνταξιοδοτικά ταμεία και οι ασφαλιστικές.