ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Η ρήτρα αμοιβαίας βοήθειας και συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών της Ε.Ε.

apopsi-i-ritra-amoivaias-voitheias-kai-syndromis-metaxy-ton-kraton-melon-tis-e-e-2389987

Μία από τις σημαντικότερες καινοτομίες που η Συνθήκη της Λισσαβώνας εισήγαγε στη Συνθήκη για την Ε.Ε. (ΣΕΕ) ήταν η προσθήκη της παραγράφου 7 του άρθρου 42 περί αμοιβαίας βοήθειας και συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών σε περίπτωση κατά την οποία κράτος-μέλος δεχθεί ένοπλη επίθεση στο έδαφός του. Συγκεκριμένα, η εν λόγω παράγραφος ορίζει ότι σ’ αυτή την περίπτωση, τα άλλα κράτη- μέλη οφείλουν να του παράσχουν βοήθεια και συνδρομή με όλα τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, το οποίο ομιλεί για το «φυσικό δικαίωμα ατομικής νομίμου αμύνης» εις περίπτωσιν κατά την οποία κάποιο Μέλος των Ηνωμένων Εθνών υποστεί επίθεση ένοπλο. Η παράγραφος 7 του άρθρου 42 καθιερώνει τη ρήτρα αμοιβαίας βοήθειας και συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών της Ενωσης κατά τρόπο ανάλογο με το άρθρο 5 του Καταστα-
τικού του ΝΑΤΟ.

Επομένως, με βάση την παράγραφο 7 του άρθρου 42 της ΣΕΕ, τόσο η Ελλάδα όσο και η Κυπριακή Δημοκρατία, ως πλήρη μέλη της Ε.Ε., αν υποστούν ένοπλη επίθεση στο έδαφός τους, έχουν τη νόμιμη προσδοκία ότι τα άλλα κράτη-μέλη οφείλουν να τους παράσχουν βοήθεια και συνδρομή με όλα τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους. Πρόκειται για ατομική υποχρέωση κάθε κράτους- μέλους, που δεν εξαρτάται από απόφαση των ενωσιακών οργάνων ή των υπολοίπων κρατών-μελών.
Ερωτήματα γεννώνται, πρώτον, ως προς το εάν η διενέργεια γεωτρήσεων αποτελεί ένοπλη επίθεση, και, δεύτερον, αν η απάντηση στο προηγούμενο ερώτημα είναι καταφατική, αν υπάγεται στην έννοια της «ένοπλης επίθεσης στο έδαφος» του κράτους-μέλους η επίθεση στις θαλάσσιες ζώνες επί των οποίων το κράτος μέλος ασκεί κυριαρχικά δικαιώματα. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις πρέπει να γίνει διασταλτική ερμηνεία των όρων «ένοπλη επίθεση» και «έδαφος». Ορθότερη φαίνεται η καταφατική απάντηση και στα δύο ερωτήματα, διότι οι γεωτρήσεις αποτελούν προσβολή της εθνικής κυριαρχίας του κράτους και διότι πέραν του εδάφους, τα κράτη-μέλη ασκούν κυριαρχία και επί των θαλασσίων ζωνών, όπως αυτές καθορίζονται από τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας και από το Διεθνές Δίκαιο.

Το άρθρο 42 παρ. 7 της ΣΕΕ αποτελεί μέρος του πρωτογενούς ενωσιακού δικαίου, άρα έχει αυξημένη τυπική ισχύ, όπως έχουν και οι υπόλοιπες διατάξεις των Συνθηκών της Ε.Ε. Ως πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο η παράγραφος αυτή έχει άμεση εφαρμογή, δηλαδή αποτελεί μέρος του εντός του δικαίου κάθε κράτους-μέλους ισχύοντος δικαίου, αφού η Συνθήκη της Λισσαβώνας έχει επικυρωθεί από όλα τα κράτη-μέλη σύμφωνα με τις συνταγματικές διατάξεις κάθε κράτους- μέλους. Επομένως, δεν χρειάζεται η παρέμβαση του εθνικού νομοθέτη για να αρχίσει να εφαρμόζεται η ανωτέρω διάταξη. Είναι αμφίβολο όμως αν έχει άμεση ισχύ, διότι δεν αναγνωρίζει δικαιώματα στους ιδιώτες τα οποία οι τελευταίοι δύνανται να επικαλεστούν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και να ζητήσουν δικαστική προστασία.

Το ερώτημα που γεννάται είναι αν υπάρχει τρόπος δικαστικής προστασίας του κράτους-μέλους που δέχθηκε την επίθεση στην περίπτωση που τα υπόλοιπα κράτη-μέλη δεν παράσχουν την, κατά τα ανωτέρω οφειλόμενη, βοήθεια και συνδρομή με όλα τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους. Κατά κανόνα, οι διατάξεις του ενωσιακού δικαίου, πρωτογενούς και δευτερογενούς, είναι δεσμευτικές για τα κράτη-μέλη. Στην περίπτωση που ένα ή περισσότερα κράτη-μέλη παραβούν υποχρέωσή τους απορρέουσα από τις Συνθήκες, πρώτα η Επιτροπή και δεύτερον κάθε κράτος-μέλος δύναται να προσφύγει στο Δικαστήριο της Ε.Ε. (ΔΕΕ) και να ζητήσει την αναγνώριση της παράβασης και τελικά τη συμμόρφωση του κράτους-μέλους.

Δυστυχώς, στην περίπτωση του άρθρου 42 παρ. 7 δεν αναγνωρίζεται δικαίωμα δικαστικής προστασίας. Το άρθρο 275 ΣΛΕΕ ρητώς ορίζει ότι «το ΔΕΕ δεν έχει αρμοδιότητα όσον αφορά τις διατάξεις σχετικά με την κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας». Το θέμα ίσως αλλάζει για τους ιδιώτες οι οποίοι θα υποστούν ζημία από την άρνηση των υπολοίπων κρατών-μελών να παράσχουν βοήθεια και συνδρομή.

Πέραν όμως της ρήτρας αμοιβαίας βοήθειας και συνδρομής, τα κράτη-μέλη τα συνδέει η υποχρέωση επίδειξης μεταξύ των αλληλεγγύης, που είναι διάσπαρτη σε κάθε άρθρο των Συνθηκών και η υποχρέωση αυτή είναι κατά πολύ ισχυρότερη από κάθε άλλη ρήτρα. Είναι καιρός να δούμε αν τα κράτη μέλη εννοούν τα κείμενα που υπογράφουν ή τα υπογράφουν για τις εντυπώσεις.

*  Ο κ. Παναγιώτης Ι. Κανελλόπουλος είναι ομότιμος καθηγητής του Δικαίου της Ε.Ε. στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς, Jean Monnet Chair, αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ενωσης Ευρωπαϊκού Δικαίου (ΕΕΕΔ).